Από την Ιερά Μητρόπολη Χαλκίδος και τους συνεργαζόμενους Φορείς Ιατρικό Σύλλογο Ευβοίας, Φαρμακευτικό Σύλλογο Ευβοίας και το Τοπικό Παράρτημα του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού ανακοινώνεται ότι τα δύο ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΙΑΤΡΕΙΑ – ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ (Χαλκίδος και Ιστιαίας), στα οποία εξυπηρετούνται συνολικά 300 άνεργοι και ανασφάλιστοι συνάνθρωποί μας, λειτουργούν από 1ης Οκτωβρίου 2014, ως εξής: Α. Κοινωνικό Ιατρείο – Φαρμακείο Χαλκίδος Στο κτίριο της Οικογενείας Αγγέλου Πνευματικού – Ευεργέτου της Ι. Μητροπόλεως, επί της οδού Μεσσαπίων 10 στη Χαλκίδα, κατά τις ημέρες Δευτέρα και Τετάρτη, από 15:00 έως 16:00 μ.μ..Β. Κοινωνικό Ιατρείο – Φαρμακείο Βορείου Ευβοίας:Στο κτίριο του ΚΕ.Σ.Ο. Ιστιαίας (Άνω Πλάτανος), κάθε Τετάρτη, από 17.00 έως 18.00 μ.μ.-Η Τράπεζα Τροφίμων και Ενδυμάτων της Ιεράς Μητροπόλεως Χαλκίδος,λειτουργεί στο κέντρο της Χαλκίδας, σε ισόγειο κατάστημα επί της οδού Αντωνίου 15. Οι ημέρες και ώρες λειτουργίας της Τράπεζας παραμένουν οι κάτωθι:Δευτέρα: 10.00 π.μ. – 2.00 μ.μ.Τρίτη: 4.00 – 8.00 μ.μ.Τετάρτη: 10.00 π.μ. –2.00 μ.μ.Πέμπτη: 4.00 – 8.00 μ.μ.Παρασκευή: 4.00 – 8.00 μ.μ.

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

ΑΦΙΕΡΩΜΑ - ΕΡΓΑ ΤΟΥ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ-μέρος Α'

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:
1. Η στάση μας μπροστά σε κάποιον φτωχό... (Μέγας Βασίλειος)

2. Λόγοι περί ακτημοσύνης και μοναχικής αποταγής (Μέγας Βασίλειος και Μέγας Αθανάσιος)

3. Για την Υπομονή και την Ευχαριστία (Μέγας Βασίλειος)

4. Για την Ευχαριστία (Μέγας Βασίλειος)

5. Ομιλία προς τους πλουτούντας (Μέγας Βασίλειος)



 1. Η στάση μας μπροστά σε κάποιον φτωχό... (Μέγας Βασίλειος)


Εάν έλθη εις ημάς κάποιος πτωχός, που μόλις και μετά βίας ομιλεί από την πείναν, αποστρεφόμαστε τον όμοιο με ημάς κατά την φύσιν, σιχαινόμαστε, γρήγορα προσπερνούμε, ωσάν να φοβούμεθα μήπως, με το να βαδίσουμε σιγά, λάβουμε και ημείς μέρος στην ιδία τη δυστυχία.

Και εάν μεν σκύψη το κεφάλι του προς τη γην, εντρεπόμενος για τη συμφορά, τον λέγουμε υποκριτήν, εάν δε με θάρρος μας ατενίση εξ αιτίας του πικρού κεν­τρίσματος της πείνης, τον αποκαλούμε πάλιν αναιδή και βί­αιο.

Και εάν μεν συμβή να φορή καλά ενδύματα που κάποιος του τα έχει δώσει, τον απομακρύνουμε ως άπληστον και εξοκιζόμαστε ότι αυτός προσποιείται τον πτωχόν.

Εάν δε φορή ράκη που έχουν λυώσει, πάλιν τον απομακρύνουμε ως βρώμικον.

Και εκείνος δεν ημπορεί να λυγίση την ανελεή διάθεσίν μας ούτε όταν ανακατώνη εις τας παρακλήσεις του το όνομα του πλάστου, ούτε όταν συνεχώς μας εύχεται να μη περιπέσουμε εις τέτοια βάσανα.

Γι’ αυτό υποψιάζομαι ότι θα είναι βαρύτερα η φωτιά της κολάσεως δι’ ημάς παρά δι’ εκείνο τον πλούσιο (Λουκ. 16, 24)

(Πηγή: ΕΠΕ, Μ. Βασιλείου Έργα τόμ. 6)




2. Κυριακή ΙΓ' Λουκά: Λόγοι περί ακτημοσύνης και μοναχικής αποταγής (Μέγας Βασίλειος και Μέγας Αθανάσιος)


Η Ευαγγελική Περικοπή της Θείας Λειτουργίας
Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον: ιη. 18 – 27.

Τω καιρώ εκείνω, επηρώτησεν τον Ιησούν τις αυτόν άρχων λέγων: διδάσκαλε αγαθέ, τί ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω; Είπε δέ αυτώ ο Ιησούς: τί με λέγεις αγαθόν; Ουδείς αγαθός, ει μή είς, ο Θεός. Τας εντολάς οίδας΄ μή μοιχεύσης, μή φονεύσης, μή κλέψης, μή ψευδομαρτυρήσης, τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου. Ο δέ είπε: ταύτα πάντα εφυλαξάμην εκ νεότητός μου. Ακούσας δέ ταύτα ο Ιησούς είπεν αυτώ: έτι έν σοι λείπει, πάντα όσα έχεις πώλησον και διάδος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι. Ο δέ ακούσας ταύτα περίλυπος εγένετο΄ ήν γάρ πλούσιος σφόδρα. Ιδών δέ αυτόν ο Ιησούς περίλυπον γενόμενον, είπε: πώς δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλείαν του Θεού! Ευκοπώτερον γάρ εστι κάμηλον δια τρυμαλιάς ραφίδος εισελθείν, ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν. Είπον δέ οι ακούσαντες: και τίς δύναται σωθήναι? Ο δέ είπε: τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστίν.


Απόδοση:


Κάποιος άρχοντας τον ρώτησε: «Αγαθέ Διδάσκαλε, τι να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;» Ο Ιησούς του απάντησε: «Γιατί με αποκαλείς “αγαθό;” Κανένας δεν είναι αγαθός, παρά μόνο ένας: ο Θεός. Τις εντολές τις ξέρεις: μη μοιχεύσεις, μη σκοτώσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα σου και τη μη¬τέρα σου». Κι εκείνος του είπε: «Όλα αυτά τα τηρώ από τα νιάτα μου». Όταν τ’ άκουσε ο Ιησούς του είπε: «Ένα ακόμη σου λείπει: πούλησε όλα όσα έχεις και δώσε τα χρήματα στους φτωχούς, κι έτσι θα έχεις θησαυρό κοντά στο Θεό και έλα να με ακολουθήσεις». Μόλις εκείνος τ’ άκουσε αυτά, πολύ στενοχωρήθηκε, γιατί ήταν πάμπλουτος.
Όταν ο Ιησούς τον είδε πολύ στενοχωρημένο, είπε: «Πόσο δύσκολα αυτοί που έχουν τα χρήματα θα μπουν στη βασιλεία του Θεού! Είναι ευκολότερο να περάσει καμήλα μέσα από βελονότρυπα, παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού». Όσοι τον άκουσαν είπαν: “Τότε ποιος μπορεί να σωθεί;» Κι εκείνος τους απάντησε: «Αυτά που για τους ανθρώπους είναι αδύνατα, για το Θεό είναι δυνατά».


(Επιμέλεια κειμένου: Ιωάννης Τρίτος)




Α) Αγίου Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Καισαρείας του Μεγάλου [4ος αιών - ΕΠΕ - τόμ. 8, σελ. 94 & 232, τόμ. 2, σελ. 66]


Β) Αγίου Αθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας του Μεγάλου [4ος αιών - ΕΠΕ - τόμ. 11, σελ. 278 (Βίος της Οσίας Συγκλητικής της οποίας είναι και η διδασκαλία) & σελ. 18 & 166 (Βίος του Μεγ. Αντωνίου)]




Λόγοι περί ακτημοσύνης και μοναχικής αποταγής [Το ίδιο γεγονός αναφέρει και η περικοπή της ΙΒ΄ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ]


«Έτι εν σοι λείπει. Πάντα όσα έχεις πώλησον και διάδος πτωχοίς,
και έξεις θησαυρόν εν ουρανοίς, και δεύρο ακολούθει μοι»


Α. Ο φιλάνθρωπος Θεός, που φροντίζει για την σωτηρία μας, όρισε για τους ανθρώπους δύο τρόπους ζωής, την συζυγία και την παρθενίαν. Ώστε όποιος δεν ημπορεί να υπομείνη το άθλημα της παρθενίας, να έρθη σε κοινωνία γάμου με γυναίκα, γνωρίζοντας ότι θα ζητηθή λόγος για την σωφροσύνη, τον αγιασμό και την ομοίωσή του με τους αγίους εκείνους που είχαν σύζυγο και ετεκνοτρόφησαν. Τοιούτος ήταν στην Παλαιά Διαθήκη ο Αβραάμ, το μέγα καύχημα του οποίου ήταν ότι προετίμησε τον Θεόν και εδέχθη να θυσιάση τον μονογενή υιόν του χωρίς οίκτον. Είχε δε και τις θύρες της σκηνής του ανοικτές, έτοιμος να δεχθή αυτούς που επρόκειτο να φιλοξενηθούν. Δεν ήκουσε το «πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος τοις πτωχοίς». Ακόμη μεγαλυτέραν αρετήν επέδειξεν ο Ιώβ και άλλοι πολλοί, όπως ο Δαυίδ και ο Σαμουήλ. Στην Καινή Διαθήκη τοιούτοι υπήρξαν ο Πέτρος και οι άλλοι Απόστολοι. Θα ζητηθούν λοιπόν από κάθε άνθρωπον οι καρποί της προς τον Θεόν και τον πλησίον αγάπης και θα τιμωρηθή όποιος παραβή αυτές ή κάποιες από τις άλλες εντολές. Αυτό δηλώνει και ο Κύριος στα Ευαγγέλια λέγοντας: «Ο αγαπών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος», και «oς ου μισεί τον πατέρα αυτού και την μητέρα αυτού και την γυναίκα και τα τέκνα, έτι δε και την εαυτού ψυχήν, ου δύναταί μου είναι μαθητής».


Άραγε το σκέπτεσαι, ότι και στους εγγάμους απευθύνονται τα Ευαγγέλια; Ιδού, σου έγινε σαφές ότι η υπακοή στο Ευαγγέλιον θα ζητηθή από όλους τους ανθρώπους, μοναχούς και εγγάμους. Διότι θα είναι αρκετή, γι’ αυτόν που ήλθε σε γάμου κοινωνίαν, η παραχώρησις της ακρατείας και της επιθυμίας και συνουσίας προς το θήλυ. Όλα τα άλλα που αναφέρουν οι εντολές, έχουν νομοθετηθή για όλους και δεν είναι ακίνδυνα για τους παραβάτες. Διότι όταν ο Χριστός ευηγγελίζετο τις εντολές του Πατρός, απηυθύνετο προς αυτούς που ζουν στον κόσμο. Και κάποτε που συνέβη να ερωτηθή ιδιαιτέρως από τους μαθητάς του, τους διαβεβαίωσε λέγοντας: «Α δε υμίν λέγω, πάσι λέγω (σε όλους)».


Μην επαναπαυθής λοιπόν εσύ, που προετίμησες τον γάμον, σαν να έχης δικαίωμα να ζήσης με τρόπον κοσμικόν. Οφείλεις να καταβάλης περισσοτέρους κόπους και προσοχήν για να επιτύχης την σωτηρίαν, αφού εξέλεξες να ζης μέσα στις παγίδες και στο βασίλειον των δυνάμεων της αποστασίας και έχεις εμπρός στα μάτια σου τους ερεθισμούς των αμαρτιών και διεγείρεις όλες σου τις αισθήσεις νύκτα και ημέρα προς την επιθυμίαν αυτών. Γνώριζε λοιπόν ότι δεν θα αποφύγης την πάλη προς τον αποστάτην, ούτε θα ημπορέσης να τον νικήσεις χωρίς να κοπιάσης πολύ για την τήρηση των ευαγγελικών εντολών. Διότι πώς θα αρνηθής την μάχη προς τον εχθρόν, ενώ ζης μέσα στο σκάμμα της μάχης; Και αυτό είναι ολόκληρος η γη, στην οποίαν ο εχθρός, όπως διδασκόμεθα από το βιβλίον του Ιώβ, περιφέρεται και περιπατεί ως λυσσασμένος σκύλος, αναζητώντας ποίον να καταπίη. Εάν λοιπόν αρνήσαι την μάχη προς τον ανταγωνιστήν, να μεταβής σε άλλον κόσμον, όπου αυτός δεν υπάρχει. Εάν όμως τούτο είναι αδύνατον, σπεύσε να μάθης πώς να αγωνίζεσαι εναντίον του, διδασκόμενος την τέχνη της πάλης από τις Γραφές, ώστε να μην ηττηθής από αυτόν εξ αγνοίας, και παραδοθής στο αιώνιον πυρ.


Και αυτά μεν ελέχθησαν προς τους εγγάμους, εκείνους που δεν έχουν αγωνιστικόν φρόνημα και αμελούν όσον αφορά στην τήρηση των εντολών του Χριστού. Συ όμως, ο εραστής του ουρανίου πολιτεύματος και πραγματευτής της αγγελικής διαγωγής, συ που επιθυμείς να γίνης συστρατιώτης των αγίων μαθητών του Χριστού, τόνωσε τον εαυτόν σου προς υπομονήν των θλίψεων και πρόσελθε ανδρείως στην σύγκλητο των μοναχών. Στην αρχή της αποταγής σου να φερθής με γενναιότητα ώστε να μην παρασυρθής από την σφοδρά συμπάθεια προς τους κατά σάρκα συγγενείς, ενισχυόμενος από το ότι θα ανταλλάξης τα θνητά με τα αθάνατα. Και όταν εγκαταλείπης τα πράγματα που σου ανήκαν, να είσαι άκαμπτος και βέβαιος ότι τα αποστέλλεις στους ουρανούς, αφού με το να τα αποκρύπτης στους κόλπους των πτωχών, τα ευρίσκεις πολύ επηυξημένα κοντά στον Θεόν. Όσον αφορά στην ιδική μου ζωήν, και εγώ εδαπάνησα πολύν χρόνον στην ματαιότητα και ηφάνισα όλην σχεδόν την νεότητά μου στην ματαιοπονία, στην αδιάκοπο δηλαδή μέριμνα με την πρόσληψη των μαθημάτων της «υπό του Θεού μωρανθείσης σοφίας». Όταν όμως κάποτε, σαν να εξύπνησα από βαθύν ύπνον, έστρεψα την προσοχή μου προς το θαυμαστόν φως της αληθείας του Ευαγγελίου και συγχρόνως κατενόησα το άχρηστον «της σοφίας των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων», εθρήνησα πολύ για την ελεεινήν μου ζωή και παρακαλούσα να μου δοθή χειραγωγία για να εισαχθώ στα δόγματα της ευσεβείας. Και μάλιστα πριν από όλα, εφρόντισα να διορθώσω κάπως το ήθος μου, το οποίον από την μακροχρόνιο συναναστροφή μου με τους φαύλους είχε διαστραφή. Διαβάζοντας λοιπόν το Ευαγγέλιον, είδα εκεί ότι το μεγαλύτερον εφόδιο προς τελείωσιν είναι η πώλησις των υπαρχόντων και η διάθεσίς των προς τους πτωχούς αδελφούς, και γενικώς η αμεριμνησία για την ζωήν αυτήν και το να μην επιστρέφη η ψυχή προς καμμίαν συμπάθεια προς τα παρόντα.


Πράγματι, αυτός που κατέχεται από την σφοδράν επιθυμία να ακολουθήση τον Χριστόν, δεν ημπορεί πλέον να επιστρέψη σε κανένα από τα εγκόσμια ούτε στην αγάπη των γονέων ή των οικείων. Όταν αυτή αντιτίθεται στα προστάγματα του Κυρίου - τότε έχει θέση και το «ει τις έρχεται προς με και ου μισεί τον πατέρα αυτού και την μητέρα» και τα λοιπά. Ούτε να υποχωρήση στον ανθρώπινον φόβον, όταν πρόκειται για το συμφέρον της ψυχής, πράγμα που κατώρθωσαν οι άγιοι, ούτε να δειλιάση από τον χλευασμόν των καλών έργων εκ μέρους των εκτός της Εκκλησίας, ώστε να νικηθή από την περιφρόνησή των. Εάν όμως θέλη να γνωρίση ακριβέστερα και σαφέστερα το σθένος και τον πόθον αυτών που ακολουθούν τον Κύριον, ας ενθυμηθή τον Απόστολον, ο οποίος αναφερόμενος στον εαυτόν του και προς ιδικήν μας διδασκαλία λέγει: «Ει τις δοκεί πεποιθέναι εν σαρκί (να βασισθή δηλαδή στα νομικά, τα σωματικά), εγώ μάλλον. Περιτομή οκταήμερος, εκ γένους Ισραήλ, φυλής Βενιαμίν, Εβραίος εξ Εβραίων, κατά νόμον Φαρισαίος, κατά ζήλον διώκων την Εκκλησίαν, κατά δικαιοσύνην την εν νόμω γενόμενος άμεμπτος. Αλλά άτινα ην μοι κέρδη, ταύτα ήγημαι δια τον Χριστόν ζημίαν. Αλλά μεν ουν και θεωρώ πάντα ζημίαν είναι δια το υπερέχον της γνώσεως Χριστού Ιησού του Κυρίου ημών δι’ ον τα πάντα εζημιώθην, και ηγούμαι σκύβαλα (ακαθαρσίες) είναι, ίνα Χριστόν κερδίσω». Και πράγματι, - για να ειπώ κάτι τολμηρόν μεν, όμως αληθινόν. Εάν ο Απόστολος παρομοίασε τα ίδια τα προνόμια του νόμου, τα οποία ο Θεός είχε δώσει για κάποιαν εποχήν, προς τα απόπτυστα περιττώματα του σώματος, τα οποία επειγόμεθα εξαιρετικώς να αποβάλωμε, επειδή ακριβώς τα έκρινεν ως εμπόδια για την γνώση του Χριστού και την δικαιοσύνην αυτού και για την συμμόρφωσή μας προς τον θάνατον αυτού, τί θα έλεγε κανείς για εκείνα που αποτελούν κανονισμούς ανθρωπίνους; Και γιατί χρειάζεται να επιβεβαιώσωμε τον λόγο με ιδικούς μας συλλογισμούς και με τα παραδείγματα των αγίων; Υπάρχει η δυνατότης να παραθέσωμε τα ίδια τα λόγια του Κυρίου και με αυτά να πείσωμε την φοβισμένην ψυχήν, αφού ο ίδιος διακηρύσσει σαφώς και αναντιρρήτως: «Ούτως ουν πας εξ υμών, ος ουκ αποτάσσεται πάσι τοις εαυτού υπάρχουσι, ου δύναταί μου είναι μαθητής», και προς τον πλούσιο νέο, μετά το: «ει θέλεις τέλειος είναι», πρώτα είπε: «Ύπαγε, πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς» και έπειτα προσέθεσε το: «Δεύρο, ακολούθει μοι». Αλλά και στη παραβολή του εμπόρου είναι, για κάθε συνετόν άνθρωπο, σαφές ότι στο ίδιο μας οδηγεί: «Ομοία εστί», λέγει «η βασιλεία των ουρανών, ανθρώπω εμπόρω ζητούντι καλούς μαργαρίτας, ος ευρών ένα πολύτιμον μαργαρίτην, απελθών επώλησε πάντα όσα είχε και ηγόρασεν αυτόν». Είναι πράγματι φανερόν, ότι ο πολύτιμος μαργαρίτης έχει τεθή εδώ ως παρομοίωσις της επουρανίου βασιλείας, την οποίαν ο λόγος του Κυρίου μάς δεικνύει ότι είναι αδύνατον να επιτύχωμε εάν δεν θυσιάσωμε ως αντάλλαγμα όλα τα υπάρχοντά μας, και πλούτον και δόξαν και οικογένειαν και ό,τι άλλο θεωρείται από τους πολλούς σπουδαίο. Έπειτα ο Κύριος διεκήρυξε ότι είναι αδύνατον να κατορθωθή το επιζητούμενον, όταν ο νους διασκορπίζεται σε διάφορες φροντίδες: «Ουδείς δύναται», είπε «δυσί κυρίοις δουλεύειν», και πάλιν, «Ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά». Έναν θησαυρό λοιπόν πρέπει να εκλέξωμε, τον επουράνιον, ώστε σ’ αυτόν να έχωμε την καρδία μας. «Όπου γαρ εστίν ο θησαυρός σου, εκεί και η καρδία σου έσται», λέγει ο Κύριος. Εάν λοιπόν αφήσωμε για τους εαυτούς μας κάποιο κτήμα γήινον και φθαρτήν περιουσίαν, επειδή ο νους θάπτεται σ’ αυτά ωσάν σε βόρβορον, η ψυχή κατ’ ανάγκη δεν θα ημπορή να ιδή τον Θεόν ούτε να κινηθή προς επιθυμίαν του επουρανίου κάλλους και των αγαθών που σύμφωνα με τις επαγγελίες έχουν ετοιμασθή για εμάς. Την απόκτησιν αυτών μας είναι αδύνατον να την επιτύχωμε, εάν ένας απερίσπαστος και σφοδρότερος πόθος δεν μας οδηγή να τα ζητούμε και δεν ανακουφίζη τον κόπο που τα συνοδεύει.


Η αποταγή λοιπόν, όπως απέδειξεν ο λόγος, είναι λύσις των δεσμών της υλικής αυτής και προσκαίρου ζωής, και ελευθερία από τις ανθρώπινες υποχρεώσεις, η οποία μας καθιστά ικανωτέρους να πάρωμε τον δρόμο που οδηγεί προς τον Θεόν. Είναι αφετηρία μιας οδού άνευ εμποδίων προς απόκτηση και χρήση πραγμάτων πολυτίμων «υπέρ χρυσίον και λίθον τίμιον πολύν» και, με λίγα λόγια, μετάθεσις της ανθρωπίνης καρδίας προς την ουράνιον πολιτείαν, ώστε να ημπορούμε να λέγωμεν ότι «το πολίτευμα ημών εν ουρανοίς υπάρχει». Και το ακόμη μεγαλύτερον, είναι αρχή της ομοιώσεώς μας προς τον Χριστόν, ο οποίος «δι’ ημάς επτώχευσεν, πλούσιος ων». Εάν δεν κατορθώσωμε αυτή την ομοίωση, είναι αδύνατον να φθάσωμε στον κατά το Ευαγγέλιον του Χριστού τρόπον ζωής. Διότι πώς ημπορεί να κατορθωθή η συντριβή της καρδίας, ή η ταπείνωσις του φρονήματος, ή η απαλλαγή από τον θυμόν, από την λύπην, από τις φροντίδες, και με ένα λόγον, από τα ολέθρια πάθη της ψυχής, μέσα στον πλούτο, στις βιοτικές μέριμνες και στην προσκόλληση και εξοικείωση με όλα αυτά; Πράγματι, όταν ένας άνθρωπος δεν επιτρέπεται να μεριμνά ούτε γι’ αυτά τα αναγκαία, όπως για την τροφή και το ένδυμα, ποία λογική του επιτρέπει να συμπνίγεται, ως από ακάνθες, από τις πονηρές μέριμνες του πλούτου, οι οποίες εμποδίζουν την καρποφορία του σπόρου που σπείρει ο γεωργός των ψυχών μας; Διότι αυτός ο Κύριός μας είπε: «Ούτοι εισίν οι εις τας ακάνθας σπαρέντες, οι υπό μεριμνών και πλούτου και ηδονών του βίου συμπνίγονται, και ου τελεσφορούσιν». Συνδέει δηλαδή τον πλούτο με τις ηδονές.




Β. Πράγματι, τα χρήματα είναι το όργανον του απολαυστικού βίου. Κατάργησε λοιπόν πρώτα την εμπαθή σου τέχνην, δηλαδή την γαστριμαργία και την καλοπέραση, και έτσι θα ημπορέσης ευκόλως να περικόψης τον όγκο των χρημάτων σου. Είναι βαρύ, πιστεύω, ενώ υπάρχει αυτή η τέχνη, να μην υπάρχει το όργανο. Διότι όποιος δεν απέβαλε το πρώτο, πώς θα ημπορέση να εκδιώξη το δεύτερο; Γι’ αυτόν τον λόγο και ο Σωτήρ, κατά την συζήτησή του με τον πλούσιο νεανία, δεν τον προστάσσει αμέσως να αποβάλη τα χρήματα, αλλά προηγουμένως τον ερωτά εάν έχη τηρήσει τις εντολές του νόμου. Και όπως θα έκαμε κάθε γνήσιος διδάσκαλος, τον ερωτά: Εάν έμαθες τα γράμματα του αλφαβήτου, εάν εδιδάχθης τις συλλαβές, εάν έχης μάθει τουλάχιστον τα ονόματα, προχώρησε λοιπόν και στην τελειοτάτην ανάγνωση. Δηλαδή «Ύπαγε, πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δεύρο ακολούθει μοι». Και νομίζω ότι εάν δεν έδιδε την διαβεβαίωσιν ότι έχει εκτελέσει αυτά τα οποία του εζητήθησαν, δεν θα τον προέτρεπε προς την ακτημοσύνη. Διότι ποίος θα ημπορούσε να προχωρήση στην ανάγνωσιν, αφού δεν εγνώριζε να συλλαβίζη;


Είναι τέλειον αγαθόν η ακτημοσύνη, για όσους έχουν την δυνατότητα. Αυτοί που την υπομένουν, αισθάνονται στην σάρκα μίαν στενοχωρία, στην ψυχήν όμως έχουν άνεση. Όπως ακριβώς τα στερεά ενδύματα, εάν πατηθούν και περιστραφούν βιαίως, πλένονται και καθαρίζονται, έτσι και η δυνατή ψυχή, με την εκούσια πτωχεία γίνεται πολύ σταθερά. Αυτοί όμως που έχουν ασθενέστερον λογισμό, παθαίνουν το αντίθετο. Διότι μόλις ολίγον πιεσθούν, καταστρέφονται σαν τα εσχισμένα ενδύματα, χωρίς να ημπορούν να υπομείνουν την πλύση που προξενεί η αρετή. Και ενώ ένας είναι ο τεχνίτης, το τέλος των ενδυμάτων είναι διαφορετικό. Διότι αυτά μεν σχίζονται και καταστρέφονται, ενώ εκείνο καθαρίζεται και ανανεώνεται. Θα ημπορούσε λοιπόν κανείς να ειπή ότι η ακτημοσύνη είναι κειμήλιον αγαθόν για όσους έχουν ανδρείον φρόνημα. Διότι αποτελεί χαλινόν των πρακτικών αμαρτημάτων.


Πρώτα όμως πρέπει κανείς να εξασκηθή με τους κόπους. Εννοώ την νηστεία, την χαμαικοιτία και την λοιπήν άσκηση και με τον τρόπον αυτό να αποκτήση αυτήν την αρετή. Διότι όσοι δεν ενήργησαν έτσι, αλλά έσπευσαν αιφνιδίως να απορρίψουν την περιουσία των, ως επί το πλείστον μετενόησαν. Καλή λοιπόν η ακτημοσύνη, γι’ αυτούς που είναι συνηθισμένοι στις αρετές. Διότι, αφού απέβαλαν όλα τα περιττά, στρέφουν το βλέμμα προς τον Κύριον, ψάλλοντας καθαρώς το Θείον εκείνο λόγιον το οποίο λέγει: «Οι οφθαλμοί ημών προς σε ελπίζουσι. Και συ δίδως την τροφήν τοις αγαπώσι σε εν ευκαιρία (στην κατάλληλη στιγμή δηλαδή)». Και με άλλον τρόπο πάλιν ωφελούνται από την αποβολήν του πλούτου. Επειδή δεν έχουν τον νου των στους θησαυρούς της γης, ενδύονται την βασιλεία των ουρανών και εφαρμόζουν με ακρίβεια αυτό που λέγει ο υμνωδός Δαυίδ. «Κτηνώδης εγενήθην παρά σοι (δηλαδή υπάκουος και χωρίς απαιτήσεις)». Διότι όπως ακριβώς τα υποζύγια ζώα, κάμνουν την εργασία τους και αρκούνται μόνο στις τροφές που έχουν ανάγκη για να ζήσουν, έτσι και οι εργάτες της ακτημοσύνης, θεωρούν τα χρήματα μηδαμινά, εργάζονται δε μόνον για την καθημερινήν τροφήν που χρειάζεται το σώμα. Αυτοί κρατούν το θεμέλιον της πίστεως. Προς αυτούς έχει λεχθή από τον Κύριο, να μη μεριμνούν για την αύριον, και ότι «τα πετεινά του ουρανού ου σπείρει, ουδέ θερίζει, και ο Πατήρ ο ουράνιος τρέφει αυτά». Σε αυτά τα λόγια εβασίσθησαν, αφού είναι λόγια του Θεού και λέγουν με παρρησία το γραφικόν εκείνο λόγιον: «Επίστευσα, διό ελάλησα».


Αλλά και ο εχθρός, από τους ακτήμονες υφίσταται μεγαλυτέραν ήττα, διότι δεν έχει σε τι να τους βλάψη. Επειδή οι περισσότερες από τις θλίψεις και τους πειρασμούς προέρχονται από τις χρηματικές ζημίες. Πράγματι, τι έχει να κάμη στους ακτήμονες; Τίποτε. Να κάψη χωράφια; Δεν έχουν. Να αφανίση τα ζώα τους; Ούτε από αυτά διαθέτουν. Να κάμη κακό στα φίλτατά των πρόσωπα; Αλλά και αυτά τα αποχαιρέτησαν προ πολλού. Είναι μεγίστη λοιπόν μάστιγα κατά του εχθρού, και πολύτιμος θησαυρός για την ψυχήν η ακτημοσύνη.


Αυτά σας τα λέγω για να σας ασφαλίσω από τον εχθρόν. Δεν αρμόζουν όμως οι λόγοι μου σε όλους, αλλά μόνον σε αυτούς που επιθυμούν τον μοναχικόν βίον. Διότι όπως ακριβώς δεν είναι κατάλληλος μία και η αυτή τροφή για όλα τα ζώα, έτσι και σε όλους τους ανθρώπους δεν συμφέρει ο ίδιος λόγος. «Ου δει γαρ οίνον νέον», λέγει, «βαλείν εις ασκούς παλαιούς». Πράγματι, διαφορετικά διατρέφονται εκείνοι που εμφορούνται από την επιθυμία της θεωρίας και της γνώσεως, διαφορετικά εκείνοι που γεύονται την ασκητικήν και πρακτικήν ζωή, διαφορετικά δε, κατά την δύναμή τους, εκείνοι που ζουν στον κόσμο και επιδιώκουν τα έργα της δικαιοσύνης. Όπως δηλαδή από τα ζώα άλλα μεν ζουν στην ξηράν, άλλα στο ύδωρ και άλλα στον αέρα, έτσι και οι άνθρωποι: άλλοι μεν κατέχουν τον μέσον τρόπον ζωής, όπως τα χερσαία, άλλοι δε ατενίζουν προς τα ύψη ωσάν τα πετεινά, άλλοι δε έχουν καλυφθή από τα ύδατα των αμαρτιών όπως οι ιχθύες. Διότι λέγει: «Ήλθον εις τα βάθη της θαλάσσης και κατεπόντισέ με καταιγίς πολλών αμαρτημάτων». Και αυτή μεν είναι η φύσις των ζώων. Εμείς όμως, αναπτερωμένοι σαν τους αετούς, ας ανέλθωμε στα υψηλότερα και ας «καταπατήσωμεν λέοντα και δράκοντα». Ας γίνομε κύριοι εκείνου που κάποτε ήταν άρχοντας. Αυτό όμως θα το επιτύχωμε εάν όλην μας την διάνοια την προσφέρωμε στον Σωτήρα.


[Ο πόθος αυτής της ολοκληρωτικής αυτοπροσφοράς στον Θεόν των όλων είναι που παρακινεί όσους θέλουν να ανέλθουν υψηλά στην επιλογήν του ελαφρού φορτίου της ακτημοσύνης. Απαρνούνται τις κοσμικές φροντίδες και, ακολουθώντας το πατερικόν απόφθεγμα: «ακτήμων μοναχός, αετός υψιπέτης», καταλαμβάνουν τις ερήμους και επιδίδονται αποκλειστικώς στον μεγαλειώδη αγώνα της ενώσεως με τον Θεόν. Αυτήν την οδόν ηκολούθησαν όλοι οι πατέρες του μοναχισμού, ως αντιπρόσωπο των οποίων ας αναφέρωμε τον ηγέτην και καθηγητήν της ερήμου Αντώνιον τον Μέγαν, ο οποίος από την πολύ νεαρά του ηλικία είχε αυτόν τον προβληματισμό]. Δεν ήταν ακόμη είκοσι ετών όταν, καθώς επήγαινε μίαν ημέρα προς τον ναό, συγκέντρωσε τον νου του και περιπατώντας εσυλλογίζετο πώς οι μεν Απόστολοι εγκατέλειψαν τα πάντα και ηκολούθησαν τον Σωτήρα, οι δε χριστιανοί των Πράξεων επωλούσαν τα υπάρχοντά των και τα έφερναν και τα άφηναν εμπρός στα πόδια των Αποστόλων για να τα μοιράσουν εκείνοι σε όποιους έχουν ανάγκη, ποία δε και πόση αμοιβή τους αναμένει στους ουρανούς. Ενώ λοιπόν εσκέπτετο αυτά, εισήλθε στην Εκκλησία, και συνέβη να αναγινώσκεται την στιγμήν εκείνη το Ευαγγέλιον. Ήκουσε τότε τον Κύριο να λέγη προς τον πλούσιον: «Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε, πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς και δεύρο ακολούθει μοι, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ». Και ο Αντώνιος, επειδή είχε, ως από θείον χάρισμα, ζωντανήν μέσα του την μνήμην των αγίων, σαν να έγινε μόνο γι’ αυτόν το ανάγνωσμα, εξήλθεν αμέσως από την Εκκλησία, και τα μεν κτήματα που είχεν από τους προγόνους του (ήσαν περίπου τριακόσια εύφορα και πολύ καλά χωράφια) τα εχάρισε στους συγχωριανούς του, για να μην ενοχλήσουν σε τίποτε αυτόν και την μικρή του αδελφή με την οποίαν έμεινε μετά τον πρόσφατο θάνατο των γονέων του. Όσα δε άλλα είχαν κινητά τα επώλησεν όλα, και, αφού συγκέντρωσε αρκετά χρήματα, τα έδωσε στους πτωχούς, κρατώντας μόνον ολίγα για την αδελφή του. Όταν όμως εισήλθε πάλι στην Εκκλησίαν ήκουσε να λέγη ο Κύριος στο Ευαγγέλιον: «Μη μεριμνήσητε περί της αύριον». Δεν άντεξε τότε να περιμένη άλλο, και αφού εξήλθεν εμοίρασε και εκείνα στους πτωχούς. Ενεπιστεύθη την αδελφή του σε γνωστές και εμπείρους παρθένους, και αφού την παρέδωσε σε παρθενώνα για να ανατρέφεται, ήρχισεν ο ίδιος την ζωήν της ασκήσεως πλησίον της οικίας του, προσέχοντας στον εαυτόν του και ζώντας με καρτερίαν και υπομονήν. Αργότερα, ο πόθος που είχε προς τον Θεόν, τον οδήγησε στην βαθυτέραν έρημον, όπου κατέστη φωστήρ της οικουμένης… Αλλά και το ότι η φήμη του είχε επεκταθή παντού και εθαυμάζετο μεν από όλους, τον αγαπούσαν δε ακόμη και αυτοί που δεν τον είχαν ιδεί, είναι γνώρισμα της αρετής του και της θεοφιλούς ψυχής του. Διότι ο Αντώνιος, καθώς και οι άλλοι υψιπέτες αετοί της ερήμου, δεν έγινε γνωστός από συγγράμματα ούτε από την ανθρωπίνην σοφίαν ούτε από κάποια τέχνην, αλλά μόνον από την θεοσέβειάν του. Και κανείς δεν ημπορεί να αρνηθή ότι αυτό ήταν δώρο του Θεού. Διότι ποίος, ενώ ήταν κρυμμένος και διέμενε στο όρος, θα εγίνετο πασίγνωστος και στην Ισπανία και την Γαλλία και την Αφρικήν, εάν δεν είχε μέσα του τον Θεόν, ο οποίος κάνει γνωστούς παντού τους ιδικούς τον ανθρώπους και μάλιστα το είχε υποσχεθή αυτό και στον Αντώνιον από την αρχή; Και αν αυτοί αποκρύπτουν την ζωή και τις πράξεις των και αν επιδιώκουν να διαφεύγουν της προσοχής των ανθρώπων, ο Κύριος όμως τους προβάλλει ενώπιον όλων ωσάν φώτα, ώστε και με αυτόν τον τρόπο να γνωρίζουν όσοι πληροφορούνται περί αυτών, ότι οι εντολές είναι δυνατόν να κατορθωθούν, και έτσι να αυξάνουν τον ζήλο τους για την οδό της αρετής.


Αυτά όλα ας τα ακούσουν και οι άλλοι αδελφοί, για να μάθουν ποίος πρέπει να είναι ο βίος των μοναχών και να πεισθούν ότι ο Κύριος και Σωτήρ ημών Ιησούς Χριστός «δοξάζει τους δοξάζοντας αυτόν», και εκείνους που τον υπηρετούν μέχρι τέλους΄ όχι μόνον στην Βασιλεία των Ουρανών τους οδηγεί, αλλά και στην παρούσα ζωήν, μολονότι αυτοί κρύπτονται και προσπαθούν συνεχώς να αναχωρούν, τους καθιστά παντού φανερούς και περιβοήτους τόσον για την αρετή τους όσον και για την ωφέλεια που προξενούν στους άλλους.


Και εάν χρειασθή, ας αναγνωσθούν αυτά και στους εθνικούς. Ώστε να αντιληφθούν, έστω και με αυτόν τον τρόπον, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός όχι μόνον Θεός είναι και Υιός του Θεού, αλλά ότι και εκείνοι που τον λατρεύουν γνησίως και πιστεύουν σ’ αυτόν ευσεβώς, δηλαδή οι χριστιανοί, αποδεικνύουν εμπράκτως ότι οι δαίμονες, τους οποίους αυτοί οι ειδωλολάτρες θεωρούν ως Θεούς, όχι μόνο δεν είναι θεοί, αλλά και καταπατούνται και καταδιώκονται από αυτούς ως πλάνοι και φθορείς των ανθρώπων, «εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».


(Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 421 και εξής. Επιμέλεια Δημήτρης Δημουλάς)
(Πηγή ηλ. κειμένου: orp.gr)

3. Για την Υπομονή και την Ευχαριστία (Μέγας Βασίλειος)


«Για όλα», λέει ο Απόστολος, «να ευχαριστείτε τον Θεό». Πώς όμως είναι δυνατόν, απαντούν μερικοί, να ευχαριστούμε για όλα; Πώς να μην ξεσπά κανείς σε θρήνους και δάκρυα, όταν η ψυχή είναι βουτηγμένη στη λύπη εξαιτίας των διαφόρων συμφορών, και όταν κεντιέται από τις λόγχες του πόνου; Πώς να ευχαριστήσει τον Θεό, σαν νά 'ταν αυτά δωρεές και ευλογίες και όχι θλίψεις και βάσανα;

Αν ξεσπάσουν, λέει κάποιος, όλες εκείνες οι κατάρες που ξεστόμισε ο εχθρός μου εναντίον μου, πώς θα μπορέσω να ευχαριστήσω γι' αυτό τον Θεό; Αν ο θάνατος αρπάξει το μικρό παιδί μιας μάνας και την καταπληγώσει έτσι, που ο πόνος να είναι μεγαλύτερος από τις ωδίνες του τοκετού, πώς μπορεί αυτή να μη θρηνεί και να μην οδύρεται; Με ρωτάς πώς; Σου απαντώ: Αν αυτή η μητέρα σκεφθεί πως ο Θεός είναι στοργικότερος Πατέρας για το παιδί της, παρά αυτή που το έχει γεννήσει. Επιπλέον, ότι Εκείνος προνοεί και φροντίζει με πιότερη από τη δική της γνώση.

Γιατί λοιπόν δεν αφήνουμε τον Πάνσοφο Θεό να κυβερνήσει τα δημιουργήματά Του κατά το θέλημα Του; Γιατί αγανακτούμε σαν να χάνουμε κάτι από τα δικά μας υπάρχοντα και υποφέ­ρουμε για όσους πέθαναν, σαν αυτοί να έχουν, κατά κάποιο τρόπο, υποστεί κάποια αδικία; Να συλλογίζεσαι, λοιπόν, αγαπητέ μου, πως το παιδί σου δεν πέθανε, αλλά ότι γύρισε πίσω σ' Εκείνον που σου το έχει δωρίσει. Ούτε πέθανε ο φίλος σου, αλλά ότι έχει φύγει για ταξίδι· και απλά, ότι έχει πάρει λίγο νωρίτερα από μας το δρόμο, στον οποίο οπωσδήποτε και εμείς αργότερα θα πορευθούμε. Ας είναι η εντολή του Θεού διαρκώς στο νου σου, για να σε φωτίζει και να πλαταίνει το λογισμό σου, ώστε να ξεχωρίζεις σωστά και να εκτιμάς ανάλογα τα διάφορα συμβάντα της ζωής. Αν αυτή η εντολή κυβερνά την ψυχή σου, θα τη διδάσκει το νόημα του κάθε γεγονότος και δεν θα της επιτρέψει να επηρεάζεται απ' όλα όσα απροσδόκητα συμβαίνουν στη ζωή. Να υπομένεις και να είσαι προετοιμασμένος για να δεχθείς τα χτυπήματα, όπως ο βράχος που τον δέρνουν τα κύματα. Να μένεις έτσι στερεός και ακλόνητος στο ξαφνικό ανεμόδαρμα και στο ξέσπασμα των κυμάτων.

Θα πρέπει να μη σκέπτεσαι με λογισμό θνη­τού για το θάνατο κάποιου άλλου θνητού ανθρώπου. Γιατί αποδέχθηκες σαν κάτι αναπάντεχο το θάνατο του παιδιού; Αν σε είχε ρωτήσει κανείς τη στιγμή που γεννήθηκε το παιδί, πώς είναι το νεογέννητο, τί θα του απαντούσες; Δεν θα τού 'λεγες πως αυτό δεν είναι τίποτα περισσότερο από άνθρωπος; Αν όμως είναι άνθρωπος, είναι κατά συνέπεια θνητός. Πού είναι λοιπόν το παράξενο που ένας θνητός πέθανε; Δεν βλέπεις τον ήλιο που ανατέλλει και δύει; Δεν βλέπεις το φεγγάρι που γεμίζει και πάλι λίγο-λίγο χάνεται; Δεν βλέπεις τη γη που ανθίζει και μαραίνεται; Ποιό πράγμα έχει φύση αμετάβλητη και αναλλοίωτη; Κύτταξε ψηλά τον ουρανό και στη συνέχεια τη γη. Και αυτά δεν είναι αιώνια. Γιατί «ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν»· «τα αστέρια θα πέσουν από τον ουρανό, ο ήλιος θα σκοτεινιάσει και η σελήνη δεν θα φωτίζει», λέει η Αγία Γραφή (Ματθ. 24, 35· 29). Ποιό είναι λοιπόν το παράδοξο, αν και εμείς, που είμαστε μέρος του κόσμου, απολαμβάνουμε τα ίδια με αυτά που συμβαίνουν στη δημιουργία;

Έχοντας όλα αυτά στο νου σου, να υπομένεις ατάραχα όσα από αυτά τύχει να βρουν στη ζωή και εσένα. Δεν εννοώ βέβαια να στέκεσαι με απάθεια, ούτε με αναισθησία -γιατί τί αμοιβή μπορεί να δε­χθεί η αναισθησία- αλλά να σηκώνεις καρτερικά τον πόνο και τα βαριά χτυπήματα των συμφορών.

Να τα υπομένεις όλα σαν γενναίος αγωνιστής που φανερώνει τη δύναμη και την ανδρεία του, όχι μονάχα με την αντίσταση που προβάλλει προς τους αντιπάλους του, αλλά και με την αντοχή του στα χτυπήματα που καταφέρνουν αυτοί εναντίον του. Να κρατάς την ψυχή σου ορθή και ακαταπόνητη και έτσι να ξεπερνάς κάθε τρικυμία. Η στέρηση αγαπημένου παιδιού ή προσφιλούς συζύγου ή κά­ποιου συγγενή και φίλου, δεν μπορεί να λογιασθεί ως συμφορά για όποιον είναι προετοιμασμένος και για εκείνον που κατευθύνεται από ώριμη σκέψη και δεν περνά τη ζωή του όπως του τυχαίνει και όπως έρχεται. Γιατί, πράγματι, ο χωρισμός από τα οικεία πρόσωπα είναι δυσβάσταχτος, ακόμη και στα άλογα ζώα. Μού 'τυχε μάλιστα, να δω κάποτε ένα βόδι στο παχνί του που δάκρυζε, γιατί είχε ψοφήσει το βόδι που είχε ταίρι στο ζυγό. Και τα άλλα επίσης ζώα μπορούμε να τα δούμε να εξαρτώνται από τα άλλα ζώα ή από τα πράγματα που έχουν σχέση με την καθημερινή ζωή τους. Δεν είναι άλλωστε παράξενο το ότι μια μακροχρόνια σχέση γεννά μια καλή φιλία. Το να θρηνεί όμως κανείς εξαιτίας της απώλειας ενός προσώπου που τον έδενε μαζί του ένας μακροχρόνιος δεσμός, είναι εντελώς παράλογο πράγμα. Έχεις, για παράδειγμα, παντρευθεί μια ευχάριστη και χαρούμενη γυναίκα, που σε κάνει και εσένα χαρούμενο και ευτυχισμένο, που πολλαπλασιάζει όλα τα αγαθά, χωρίς να στέ­κεται στα δυσάρεστα. Και αυτή η γυναίκα έφυγε ξαφνικά και απροσδόκητα από αυτή τη ζωή.

Μην εξαγριωθείς μ' αυτό που συνέβη, ούτε να το ρίξεις στην τύχη, σαν να μην υπάρχει Θεός που κυβερνά τον κόσμο. Να μην πεις ότι ο Δημι­ουργός είναι κακός και μολύνεις με τέτοιες ιδέες το νου σου, πέφτοντας σε βαριά θλίψη. Να μη φύγεις δηλαδή από τα όρια της ευσεβούς ζωής και του σωστού ήθους. Η συζυγία ασφαλώς σας έκανε ως «ένα άνθρωπο» (Γεν. 2, 24 πρβλ. και Ματθ. 19, 5) γι' αυτό έχει ανάγκη από πολλή κατανόηση εκείνος που υποφέρει αυτό τον βίαιο χωρισμό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι σου επιτρέπεται να σκέπτεσαι ή να λες ανάρμοστα πράγματα.

Σκέψου πως ο Θεός που μας έπλασε μας χάρισε την ψυχή. Εκείνος όρισε να επιλέγουμε τον τρόπο της ζωής μας και να φεύγουμε από αυτή τη ζωή κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Διότι σε άλλον ο Θεός οικονόμησε να ζήσει στη γη περισσότερο και σε άλλους -ανάλογα με τη δικαι­οσύνη και την πανσοφία Του και για ανεξερεύνητους για μας λόγους- να ελευθερώνονται από τα δεσμά αυτού του σώματος σε πιο νεαρή ηλικία. Όπως λοιπόν γίνεται με τους φυλακισμένους, που άλλων οι ποινές διαρκούν περισσότερο και άλλων λιγότερο, έτσι συμβαίνει και με τις ψυχές, άλλες κρατιούνται περισσότερο σ' αυτή τη ζωή και άλλες λιγότερο, ανάλογα με ό,τι τους αξίζει.

Ο Πάνσοφος Θεός μας δημιούργησε με αιώ­νια προοπτική, την οποία ο ανθρώπινος νους δεν είναι σε θέση να προσλάβει. Εκείνος γνωρίζει όλες τις λεπτομέρειες που αφορούν στη ζωή του καθενός μας. Δεν άκουσες τον προφήτη Δαυίδ που λέει, «ελευθέρωσε από τη φυλακή την ψυχή μου» (Ψαλμ. 141, 8); Δεν θυμάσαι τι είπε ο δίκαιος Συμεών, όταν δέχθηκε στις αγκάλες του τον Κύριό μας; Τί αναφώνησε; Δεν είπε «τώρα απόλυσε από τη ζωή τον δούλο Σου, Δέσποτα» (Λουκ. 2, 29); Αυτός που βιάζεται για την αιώνια ζωή, του είναι η παραμονή στη γη βαρύτερη από κάθε κόλαση και φυλακή. Μη ζητάς λοιπόν να συμβεί και με τις ψυχές εκείνο που θα σου άρεσε. Συλλογίσου καλύτερα, ότι καθετί γήινο φεύγει από τη ζωή και ότι οι άνθρωποι μοιάζουν με οδοιπόρους, που συνήθως βαδίζουν μαζί με άλλους συνοδοιπόρους τους και που, λόγω της συμπόρευσης, έχουν συνδεθεί μεταξύ τους.

Οι οδοιπόροι, επειδή γνωρίζουν ότι δεν θα συμπορεύονται για πολύ και ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να αλλάξουν κατεύθυνση και να χωρίσουν, δεν αφήνουν την καρδιά τους να προσκολλάει στους συνοδοιπόρους τους. Αλλά, έχοντας καθένας στο νου του το σκοπό, για τον οποίο οδοιπορεί, τραβάει τον δικό του δρόμο.

Το ίδιο συμβαίνει και μ' αυτούς που έχουν συνδεθεί με δεσμούς γάμου ή με κάποια άλλη σχέση αυτής της επίγειας ζωής. Καθένας δηλαδή έχει το δικό του τέρμα. Εφόσον έτσι συνέβη και έχουν συνδεθεί μεταξύ τους με επίγειους δεσμούς, είναι φυσικό να χωρισθούν και να αλλάξουν πο­ρεία, όταν τερματισθεί και καταλυθεί η παραμονή τους στην εφήμερη αυτή ζωή. Είναι λοιπόν χαρακτηριστικό ευγνώμονος ψυχής, το να μη δυσα­νασχετεί για το χωρισμό, αλλά να ευχαριστεί τον Θεό που είχε τόσο χρόνο τέτοιο συνοδοιπόρο.

Εσύ, όμως, άνθρωπέ μου, όταν ζούσε η γυ­ναίκα σου ή ο φίλος σου ή το παιδί σου ή οποιοσ­δήποτε άλλος από αυτούς που τώρα θρηνείς, δεν ευχαριστούσες τον Θεό για ό,τι είχες. Δεν ευγνωμο­νούσες Εκείνον που σου τα χάριζε. Αλλά, αντίθετα, Τον κατηγορούσες γι' αυτά που δεν είχες και για ό,τι θεωρούσες ότι σου έλειπε. Αν θα ζούσες, για παράδειγμα, μόνος με τη γυναίκα σου, τότε θα παραπονιόσουν γιατί δεν θα είχες παιδιά. Και αν πάλι είχες παιδιά, θα γκρίνιαζες γιατί δεν θα είχες πλούτη ή γιατί θα έβλεπες μερικούς, που δεν θα τους συμπαθούσες, να ευημερούν.

Πρόσεχε λοιπόν μήπως γι' αυτή τη στέρηση έχουμε γίνει εμείς αιτία. Και αυτό, γιατί δεν ήμα­σταν ευχαριστημένοι με αυτούς που είχαμε -όταν εκείνοι ήταν στη ζωή- και τώρα μόλις έφυγαν από τον κόσμο, τους κλαίμε και νιώθουμε πως μας λείπουν και τους στερούμαστε. Επειδή δεν ευχαρι­στούμε τον Θεό για ό,τι έχουμε, γι' αυτό ο Θεός μας τα στερεί, ώστε να συναισθανθούμε την ευεργεσία. Συμβαίνει σε μας αυτό ακριβώς που γίνεται με τα μάτια μας. Αυτά δεν είναι δυνατόν να ξεχωρί­σουν τα γράμματα και να διαβάσουν το κείμενο, όταν το βιβλίο είναι κολλημένο στα βλέφαρα, αλλά χρειάζεται την κανονική απόσταση, για να μπορέ­σουν να δουν τις λεπτομέρειες των στοιχείων. Έτσι είναι και οι αχάριστες ψυχές. Έρχονται δηλαδή σε συναίσθηση, όταν χάσουν αυτό που είχαν. Γιατί, όσο απολάμβαναν τα αγαθά, δεν ευγνωμονούσαν Εκείνον που τους τα είχε χαρίσει. Μόλις όμως τα έχασαν, τότε θυμήθηκαν και άρχισαν να αναπολούν με ευχαρίστηση ό,τι στο παρελθόν απολάμβαναν, χωρίς όμως να το εκτιμούν.

Καθένας μας, αν έχει ευγνώμονα καρδιά, οφείλει να ευχαριστεί σε κάθε περίσταση και για καθετί τον Θεό. Να ευγνωμονεί τον Θεό για καθετί που ζει και για ό,τι Εκείνος του έχει χαρίσει. Όλοι μας έχουμε τόσα να αναλογισθούμε. Και μάλιστα, όχι δυσάρεστα και θλιβερά, αλλά ευχάριστα. Βλέποντας λοιπόν τα χειρότερα, υπολογίζει τη μεγάλη αξία που έχουν όσα κατείχε στο παρελθόν και όσα τώρα απολαμβάνει. Είσαι δούλος; Αλλά υπάρχουν άλλοι σε χειρότερη μοίρα από σένα. Να ευχαριστείς τον Θεό γιατί τουλάχιστον δεν έχεις καταδικασθεί να γυρίζεις τη μυλόπετρα και δεν σε ξυλοφορτώνουν.

Ποτέ δεν θα λείψουν οι αφορμές για να ευχα­ριστεί κανείς τον Θεό, ακόμη και στην περίπτωση που βρίσκεται σε κατάσταση δουλείας. Μπορεί να ευχαριστείς τον Θεό γιατί δεν είσαι δεμένος με χειροπέδες ή στο ξύλο. Αλλά και εκείνος που είναι δεμένος έχει λόγους να ευχαριστεί τον Θεό και μόνο για το ότι είναι στη ζωή. Γιατί βλέπει τον ήλιο, γιατί αναπνέει τον αέρα, για τα πάντα πρέπει να ευχαριστεί.

Σε τιμωρούν άδικα; Να χαίρεσαι καθώς θα αναλογίζεσαι και θα ελπίζεις στα αιώνια. Καταδικάσθηκες δίκαια; Και πάλι να ευχαριστείς γιατί τιμωρείσαι για τις πράξεις σου, αλλά δεν θα κατακριθείς αιώνια για τα αμαρτήματά σου. Έτσι λοιπόν, σε κάθε περίπτωση της ζωής του, μπορεί ο ευγνώμονας να βρίσκει αφορμές, για να ευχαριστεί τον Ευεργέτη του.
 Δυστυχώς όμως σήμερα οι περισσότεροι άν­θρωποι έχουν πάθει αυτό που συμβαίνει στους αχάριστους και στους γκρινιάριδες. Γιατί αυτοί περιφρονούν όσα έχουν και δεν τα εκτιμούν. Αντί­θετα, επιθυμούν ό,τι στερούνται και ό,τι δεν έχουν. Γιατί με το να μην υπολογίζουν και με το να μην εκτιμούν όσα έχουν -και όσα οι άλλοι στερούνται- και με το να συγκρίνουν τον εαυτό τους με εκεί­νους που έχουν περισσότερα, στενοχωριούνται και θλίβονται, λες και ήταν ιδιοκτήτες αυτών που οι άλλοι έχουν και σαν να τους τα έχουν πάρει εκείνοι άδικα. Έτσι ο δούλος λυπάται γιατί δεν είναι ελεύθερος. Θλίβεται γιατί δεν κατάγεται από ονομαστή γενιά και γιατί δεν έχει να ονοματίσει επτά ένδοξους προγόνους του, οι οποίοι θα ήταν διακεκριμένοι για τα όμορφα άλογά τους ή που θα είχαν αναδειχθεί νικητές στις θηριομαχίες.

Αυτός που κατάγεται από ονομαστή γενιά μεμψιμοιρεί γιατί δεν είναι πλούσιος. Ο πλούσιος λυπάται γιατί δεν κυβερνά έθνη και λαούς. Ο στρατηγός θά 'θελε να είναι βασιλιάς. Ο βασιλιάς στενοχωριέται γιατί δεν κυβερνά όλα τα έθνη και τους λαούς της γης. Και με λίγα λόγια, κανείς και για τίποτα δεν ευχαριστεί τον Ευεργέτη.

Εμείς όμως, ας παραβλέψουμε εκείνα που δεν έχουμε και ας διώξουμε άπω πάνω μας κάθε λύπη για τις στερήσεις και τις ανέχειές μας. Στις δυσκολίες μας ας πούμε στον Πάνσοφο Ιατρό: «Σε κάθε μικρή θλίψη βρίσκεται η παιδαγωγία σου για μας·» (Ησ. 26, 16). Και «καλό ήταν που με ταπείνωσες» (Ψαλμ. 118, 71). Ας ομολογήσουμε, μαζί με τον Απόστολο, ότι «τα παθήματα αυτής της ζωής είναι ανάξια λόγου, μπροστά στη δόξα που πρόκειται να μας απο­καλυφθεί» (Ρωμ. 8, 18). Ας παραδεχθούμε ότι «πολύ λίγο τιμωρηθήκαμε σε σχέση με ό,τι έχουμε πράξει» (Ιώβ 15, 11). Ας ικετεύσουμε τον Κύριο λέγοντας: «Διόρθωσέ μας, Κύριε, αλλά με διάκριση και όχι με θυμό» (Ιερ. 10, 24). Γιατί, «όταν κρινόμαστε, παιδαγωγούμαστε από τον Κύριο, για να μην κατακριθούμε μαζί με τον κόσμο» (Α' Κορ. 11, 32). Στα ευχάριστα γεγονότα της ζωής, ας λέμε μαζί με τον Προφήτη: «Τί να ανταποδώσω στον Κύριο για όλα αυτά που μας έχει δώ­σει;» (Ψαλμ. 115, 3). Ο Θεός μας έφερε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Μας τίμησε με λογικό, μας φώτισε να επινοούμε τέχνες, για να βοηθούμαστε στις ανάγκες της ζωής μας. Κάνει ώστε να αναφύονται από τη γη φυτά κατάλληλα για τη διατροφή μας. Μας έχει χαρίσει τη βοήθεια των ζώων. Για μας βρέχει ο ουρανός, για μας ανατέλει ο ήλιος. Για μας είναι στολισμένα τα βουνά και οι κάμποι, όπου καταφεύγουμε για να προφυλαχθούμε από όσες δυσκολίες μας προκαλούν οι ψηλές βουνοκορφές. Για χάρη μας τρέχουν τα ποτάμια, για χάρη μας αναβλύζουν οι πηγές. Για χάρη μας η θάλασσα καταλαγιάζει και γαληνεύει, ώστε να τη διαπλέουμε άφοβα και να αναπτύσσουμε το εμπόριο. Για μας δίνει η γη πλούτη από τα μεταλλεία και κάθε άλλη χαρά και ανάπαυση. Ολόκληρη η κτίση μας χαρίζει τα δώρα της. Γιατί, με το να μας παρέχει τα αγαθά ολόκληρης της δημιουργίας ο Προνοητής Ευεργέτης μας, μας πλουτίζει και μας συντηρεί. Γιατί όμως να στέκομαι στα μικρά; Για χάρη μας ήλθε ο Θεός στον κόσμο. Εξαιτίας της ανθρώ­πινης φύσης που είχε φθαρεί από την αμαρτία, «ο Θεός-Λόγος προσέλαβε σάρκα και σκήνωσε σε εμάς» (Ιωάν. 1, 14). Ο Ευεργέτης ήλθε και σκήνωσε μαζί με τους αχάριστους. Ο Ήλιος της δικαιοσύνης (Μαλαχ. 4, 2) ήλθε σ' εκείνους που ήταν βουτηγμένοι στο σκοτάδι (Ησ. 9, 2). Ο Απαθής ανέβηκε στο Σταυρό. Η Ζωή ήλθε προς το θάνατο, το Φως στον άδη, η Ανάσταση στους νεκρούς. Ήλθε το Πνεύμα της υιοθεσίας, οι διαιρέσεις των χαρισμάτων, οι επαγγελίες των στε­φάνων. Και με λίγα λόγια, ήλθαν όλες οι άλλες δωρεές, που είναι αναρίθμητες και για τις οποίες θα ταίριαζε ο λόγος του Προφήτη που λέει: «Τί να ανταποδώσουμε στον Κύριο για όλα όσα μας έχει ανταποδοτικά χαρίσει;» (Ψαλμ. 115, 3).

Δεν αναφέρθηκε βέβαια ο Ψαλμωδός απλά σ' αυτά που μας έχει χαρίσει, αλλά σ' αυτά που μας έχει ανταποδώσει ο Μεγαλόδωρος. Και όλα αυτά, σαν να μην ήταν ο Κύριος που έκανε την αρχή των δωρεών. Αλλά έφθασε να αμείβει τους ανθρώπους σαν να τους ανταποδίδει τις δικές Του δωρεές και ευεργεσίες, οι οποίες είχαν προηγηθεί. Γιατί ο Κύριος δέχθηκε και λόγιασε ως ευεργεσία την ευχαριστία των ανθρώπων, οι οποίοι είχαν δεχθεί τις δικές Του Θείες δωρεές.

Εκείνος που χαρίζει τον πλούτο ζητά από σένα, με το χέρι του φτωχού, την ελεημοσύνη. Και όταν δεχθεί ως ελεημοσύνη εκείνα που ο Ίδιος σου έχει χαρίσει, ξεπληρώνει στο ακέραιο τη δωρεά. «Τί λοιπόν θα ανταποδώσουμε στον Κύριο, για όλα αυτά που μας έχει ανταμείψει»; Δεν θέλω να ξαναπώ το λόγο του Προφήτη, ο οποίος, πολύ σωστά, εκφράζει την απορία του και εξετάζει τη φτώχια του, γιατί δεν βρίσκει τίποτα αντάξιο να ανταποδώσει στον Θεό. Γιατί ο Θεός, εκτός από τις πολυάριθμες άλλες ευεργεσίες του, που καλύ­τερες δεν μπορεί κανείς να φαντασθεί, μας έχει υποσχεθεί και άλλες, ακόμα περισσότερες και πολυτιμότερες για τον μέλλοντα αιώνα. Μας έχει ετοιμάσει τη δόξα και την τρυφή του Παραδείσου, τιμές ισάξιες με αυτές των αγίων Αγγέλων. Θα χαρίσει στα παιδιά Του την τέλεια Θεογνωσία, πράγμα που δεν συγκρίνεται με κανένα από τα πράγματα αυτού του κόσμου. Κάθε λογικό ον αυτό το αγαθό επιθυμεί. Μακάρι να αξιωθούμε να το απολαύσουμε και εμείς, αφού πρώτα βέβαια κα­θαρίσουμε τους εαυτούς μας από τα πάθη.

Μερικοί όμως λένε: Πώς να εκδηλώσουμε την αγάπη και την ευσπλαχνία μας στο συνάνθρωπό μας -πράγμα που είναι σπουδαιότερο και τελειό­τερο απ' όλα τα άλλα αγαθά- αφού αυτά είναι «τό πλήρωμα του νομού» (Ρωμ. 13, 10); Πώς θα συμμερισθούμε τον πόνο τους, αν δεν πάμε να επισκεφθούμε τους θλιμμένους και αν δεν κλάψουμε μαζί τους; Αν δηλαδή μείνουμε ασυγκίνητοι, χωρίς να χύσουμε ούτε ένα δάκρυ, αλλά αντίθετα, ευχαριστούμε τον Θεό για αυτά που τους συνέβηκαν; Γιατί το να υπομένουμε με ευχαριστία τους πειρασμούς και τις θλίψεις που μας βρίσκουν, δείχνει ότι πράγματι έχουμε την αρετή της υπομονής και της καρτε­ρίας. Το να ευχαριστούμε όμως τον Θεό για ξέ­νες συμφορές είναι χαρακτηριστικό χαιρέκακου ανθρώπου, είναι συμπεριφορά που προκαλεί την οργή τού λυπημένου, τη στιγμή μάλιστα που ο Απόστολος μας προτρέπει «να κλαίμε μ' εκείνους που κλαίνε» (Ρωμ. 12, 15).

Τί έχουμε να απαντήσουμε σε όλα αυτά; Μή­πως πρέπει να σας θυμήσουμε για ποια πράγματα πρέπει να κλαίμε και να λυπούμαστε; «Να χαί­ρετε», λέει ο Κύριος, «και να αγάλλεσθε, γιατί η αμοιβή σας θα είναι μεγάλη στους ουρανούς» (Ματθ. 5, 12). Και αλλού πάλι λέει: «Θυγατέρες Ιερουσαλήμ, μην κλαίτε για μένα, αλλά να κλάψετε για τα παιδιά σας» (Λουκ. 23, 28). Ο Ευαγγελικός, λοιπόν λόγος μας προτρέπει να συμμετέχουμε στο πένθος εκείνων που θλίβονται για τις αμαρτίες τους και να κλαίμε μαζί με όσους χύνουν δάκρυα μετάνοιας.

Να κλαίμε επίσης και να θρηνούμε γι' αυτούς που παραμένουν αναίσθητοι, επειδή αυτοί δεν γνω­ρίζουν καν την απώλειά τους. Δεν πρέπει κανείς να λυπάται με τη σκέψη ότι δήθεν έχει παραβεί την εντολή του Θεού, αφού δεν έχει κλάψει για το θάνατο κάποιου ανθρώπου ή γιατί δεν έχει θρηνή­σει γοερά μαζί μ' εκείνους που πενθούν. Δεν θα επαινέσω βέβαια τον γιατρό εκείνον που, αντί να θεραπεύει τους αρρώστους, ο ίδιος είναι γεμάτος νοσήματα, ούτε τον κυβερνήτη κάποιου σκάφους, ο οποίος αντί να επιβάλλεται στους ταξιδιώτες και να αγωνίζεται κόντρα στον άνεμο, αντί να ξεπερνά τα κύματα και να στηρίζει όσους φοβούνται, ο ίδιος υποφέρει από ναυτία και παραπαίει, όπως εκείνοι που δεν έχουν καμιά πείρα από θάλασσα και ταξίδια. Γιατί με έναν τέτοιο άνθρωπο μοιάζει εκείνος που επισκέπτεται όσους πενθούν και δεν τους ωφελεί με το λόγο του, αλλά συμμετέχει στις άπρεπες εκδηλώσεις του πένθους τους.

Θα πρέπει βέβαια, να συμμετέχει κανείς στον πόνο όσων πενθούν. Γιατί έτσι θα γίνει συ­μπαθής σ' αυτούς που πάσχουν, εφόσον αυτοί θα αισθάνονται ότι υπάρχει κάποιος συνάνθρωπος που δεν χαίρεται και δεν αδιαφορεί για τον πόνο τους, αλλά αντίθετα, συμπάσχει μαζί τους. Δεν θα πρέπει όμως να πάσχει κανείς περισσότερο από εκείνους που πενθούν, ώστε να ξεσπά σε κραυγές και θρήνους, θέλοντας να συμμερισθεί τον πόνο τους. Ούτε βέβαια, θα πρέπει να μιμείται ζηλότυπα όσους ο πόνος τους τους έχει τυφλώσει.

Μ' άλλα λόγια, δεν πρέπει, άνθρωπέ μου, να κλείνεσαι στο σπίτι, να φοράς μαύρα ρούχα, να αφήνεις τα μαλλιά σου και τα γένια σου, όπως συνηθίζουν να κάνουν όσοι πενθούν. Γιατί αυτά μεγαλώνουν τη συμφορά και δεν καταπραΰνουν τον πόνο. Δεν έχεις παρατηρήσει ότι μεγαλώνουν οι πόνοι, όταν σ' ένα τραύμα προστεθεί το πρήξιμο των βουβωνικών αδένων ή στον πυρετό το πρήξιμο της σπλήνας; Δεν ξέρεις πως, αν κανείς τρίψει το πονεμένο μέλος πολύ απαλά, τότε απαλαίνει ο πόνος; Μην ξύνεις λοιπόν την πληγή εκείνου που πενθεί με την άπρεπη συμπεριφορά σου, ούτε να συμμερισθείς εκείνον που είναι βουτηγμένος στον πόνο. Γιατί αυτός που θέλει να σηκώσει τον πε­σμένο, θα πρέπει, ασφαλώς, να διαθέτει περισσό­τερη δύναμη από εκείνον. Η γεμάτη περίσκεψη όψη, η σεμνή σε σοβαρότητα και η ήρεμη θλίψη για όσα έχουν συμβεί, είναι αρκετά για να εκφράσουν τη συμμετοχή του άλλου και τη συμπόνια προς τον πενθούντα. Όταν πάλι ανοίγεις το στόμα σου για να πεις κάτι, θέλοντας να παρηγορήσεις τον θλιμ­μένο, μην αρχίζεις να τον επιπλήττεις σαν εκείνον που ποδοπατάει έναν κατάκοιτο. Γιατί είναι πολύ βαρύ και φορτικό πράγμα η επίπληξη, όταν μάλι­στα η ψυχή είναι ταλαιπωρημένη από τη θλίψη.

Επιπλέον, δύσκολα κανείς σ' αυτή την κα­τάσταση δέχεται το λόγο εκείνου που είναι έξω από τον κύκλο των λυπημένων. Τέτοιου είδους λόγια δεν μπορούν ποτέ να φέρουν παρηγοριά και ανακούφιση σε όποιον βρίσκεται σε συμφορά και οδύνη. Θα πρέπει να αφήσεις πρώτα τον πονεμένο να εκφράσει τη θλίψη του, αφήνοντας να φανεί πως νιώθεις τον πόνο του, και μετά με πολλή διάκριση, προσοχή και πραότητα θα πρέπει να ξεστομίσεις λόγια παρηγοριάς, όταν πια αυτός θα έχει ξεσπά­σει και θα έχει λίγο χαλαρώσει.

Το ίδιο κάνουν και όσοι θέλουν να δαμάσουν ένα πουλάρι. Δεν του βάζουν ποτέ από την αρχή το χαλινό, ούτε το τραβούν απότομα προς τα πίσω. Γιατί έτσι τα ζώα μαθαίνουν να ανασηκώνουν τη χαίτη και να ρίχνουν κάτω τον αναβάτη. Αλλά το αφήνουν στην αρχή να ορμήσει με όλη του τη δύ­ναμη και τρέχουν και αυτοί παράφορα μαζί του. Και αφού το πουλάρι κουρασθεί, τότε το παίρνουν, το δαμάζουν και το μαθαίνουν να είναι υπάκουο στο πρόσταγμα του αναβάτη. Αν έτσι κάνει και όποιος επισκέπτεται τον πονεμένο, τότε θα έχει εφαρμογή εκείνο που λέει ο σοφός Σολομώντας: «Είναι καλό» λέει, «να πάει κανείς σε σπίτι που πενθεί, παρά σε σπίτι κάποιου μεθυσμένου» (Εκκλ. 7, 2).
Να κλαις λοιπόν με όσους κλαίνε. Όταν δεις πως κάποιος κλαίει και οδύρεται επειδή μετανοεί για τις αμαρτίες του, κλάψε και εσύ μαζί του με συ­μπόνια. Έτσι, και τα ξένα παθήματα θα διορθώσεις, αλλά και τα δικά σου πάθη θα πολεμήσεις. Γιατί, όποιος χύνει πικρά δάκρυα για την αμαρτία του συνανθρώπου του, έχει ήδη θεραπεύσει τον εαυτό του, με τα δάκρυα που έχυσε για τον αδελφό. Αυτά τα βιώματα είχε ο προφήτης Δαυίδ όταν έλεγε: «Με κατέλαβε θλίψη εξαιτίας των αμαρτωλών που εγκαταλείπουν το νόμο Σου» (Ψαλμ. 118, 53).

Να κλαις για την αμαρτία. Αυτή είναι αρρώ­στια της ψυχής, είναι θάνατος για την αθάνατη ψυχή. Η αμαρτία είναι αξιοθρήνητο γεγονός και αυτή μπορεί δικαιολογημένα να γίνει αιτία για γο­ερό και ακατάπαυστο οδυρμό. Μακάρι να χύνονται όλα τα δάκρυα από λύπη για την αμαρτία και να μη σταματά να βγαίνει από τα βάθη της ψυχής ο έμπονος στεναγμός. Ο Απόστολος έκλαιγε «για τους εχθρούς του Σταυρού του Χριστού» (Φιλιπ. 3, 18). Ο προφήτης Ιερεμίας, επειδή δεν του αρκούσαν τα φυσικά δάκρυα, ζητούσε να βρει πηγή δακρύων και βαθύ στεναγμό: «Θα καθήσω», λέει, «και θα κλάψω αυτούς που χάνονται» (Ιερεμ. 9, 11). Αυτό το δάκρυ είναι εκείνο που μακαρίζει ο Κύριος (Ματθ. 5, 4) και όχι αυτά που τρέχουν εύκολα από τα μάτια για καθετί δυσάρεστο και με την παραμικρή αφορμή.

Συνάντησα κάποιους φιλήδονους ανθρώπους, που χρησιμοποιώντας την πρόφαση της λύπης, έπε­σαν σε διάφορες εκτροπές, στη μέθη και στην ακόλα­στη ζωή και προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν την πτώση τους μ' αυτό που λέει ο σοφός Σολομώντας: «Να προσφέρετε κρασί όταν υπάρχει λύπη» (Παροιμ. 31, 6). Ο σοφός Σολομώντας, βέβαια, το είπε αυτό, όχι για να δώσει άδεια, ώστε να μεθούν οι άνθρωποι, αλλά για να τονωθεί ο οργανισμός του λυπημένου. Γιατί, και αν ακόμα αφήσουμε την αλληγορική σημασία αυτού του λόγου —σύμφωνα με την οποία ως οίνος νοείται η λογική ευφροσύνη- ούτε το κατά γράμμα νόημα εγγίζει μια τέτοια κακή ερμηνεία, την οποία δίνουν οι φιλήδονοι αυτοί άνθρωποι.

Το νόημα του λόγου είναι το εξής: Επειδή εκείνοι που έχουν βαρύ πένθος δύσκολα παρηγο­ρούνται και αμελούν ακόμα και να φάνε, πρέπει να τους φροντίζουμε και να τους περιποιούμαστε, για να στηριχθούν και έτσι να ενισχυθεί η αντοχή τους. Θα στηριχθεί δηλαδή με το ψωμί ο οργα­νισμός εκείνου που πενθεί και με το λίγο κρασί θα ενισχυθεί η δύναμή του. Όσοι όμως αγαπούν υπερβολικά το κρασί και πέφτουν στη μέθη, δεν καταπραΰνουν την ένταση της λύπης τους, αλλά ανταλλάσσοντας τα κακά με τα χειρότερα, κά­νουν πονηρές συναλλαγές. Ανταλλάσσουν δηλαδή την αρρώστια του σώματος με την αρρώστια της ψυχής. Αυτοί κινούν το βαρίδι της ζυγαριάς και αφαιρούν τόσο από τη λύπη, όσο ακριβώς προ­σθέτουν στη φιληδονία. Το κρασί όμως νομίζω πως πρέπει να βοηθά τη φυσική δύναμη και να μην καταναλώνεται σε τέτοια ποσότητα που ο άνθρωπος να σκοτίζεται και να χάνει τα λογικά του. Με το κρασί δεν θα περάσει ο πόνος, αλλά αντίθετα, θα προστεθεί το πάθος της μέθης στην ψυχή. Αν ο σωστός λογισμός είναι ο γιατρός της λύπης, τότε η μέθη είναι το μεγαλύτερο κακό που αντιστρατεύεται τη θεραπεία της ψυχής.

Να θυμάσαι λοιπόν ένα προς ένα όσα μέχρι τώρα είπαμε. Θα καταλάβεις έτσι ότι μπορούμε να εφαρμόσουμε εκείνο που μας παραγγέλλει ο Απόστολος και, αν το τηρήσουμε, ασφαλώς θα ωφεληθούμε. Θα εννοήσεις τότε το πώς θα μπο­ρέσεις να είσαι πάντοτε χαρούμενος -ακολουθώ­ντας πιστά τον σωστό λογισμό- πώς θα μπορείς να προσεύχεσαι αδιάλειπτα και πώς μπορείς για καθετί να ευχαριστείς τον Θεό. Τότε θα διδαχθείς τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να παρηγορείς τους λυπημένους, ώστε να είσαι πάντα σωστός και τέλειος, με τη δύναμη του Παναγίου Πνεύματος και με την ενοίκηση της Χάρης του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη στους απέραντους αιώνες.


(Πηγή: Απόσπασμα από τον Eγκωμιαστικό Λόγο, «Στην αγία Μάρτυρα Ιουλίττα»: P. G. 31, 237- 261, Απόσπασμα από το βιβλίο  «Αλγηδών η αγιότοκος: Η Υπομονή και η Ευχαριστία κατά τους Πατέρες», Εκδόσεις «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ» 2010, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα)


 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ:Για την Ευχαριστία (Μέγας Βασίλειος)

Για την Υπομονή (Eφραίμ ο Σύρος)

Για την Υπομονή και τη Μακροθυμία (Μέγας Βασίλειος)
Για την Υπομονή που γίνεται για την Αγάπη του Θεού (Αγ. Ισαάκ ο Σύρος)

Για Την Υπομονή και πόσο είναι το κέρδος από τις θλίψεις (Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος)

Υπομονή (Αγ. Δημήτριος του Ροστώφ)

Η θεραπευτική της οργής: Η πραότητα και η υπομονή (Jean Claude Larchet)



 4. Για την Ευχαριστία (Μέγας Βασίλειος)


Ακούσατε, ασφαλώς, τα λόγια του αποστόλου Παύ­λου που αναφέρονται στην Προς Θεσσαλονικείς Επιστολή του. Απευθύνθηκε βέβαια ο Απόστολος προς τους Θεσσαλονικείς, και γενικά σε όποιον κάθε φορά βρισκόταν σε άμεση σχέση μαζί του, αυτά όμως που είπε δεν αφορούσαν μόνο αυτούς, αλλά όλους εμάς τους χριστιανούς.
Λέει λοιπόν ο Απόστολος: «Πάντοτε να χαί­ρετε, αδιάκοπα να προσεύχεσθε και για όλα να ευχαριστείτε» (Α' Θεσ. 5, 16-18). Το τι σημαίνει αυτό το «να χαίρετε» και ποια ωφέλεια μπορεί να προκύψει από αυτή την προτροπή, το πως μπορεί επίσης να αποκτήσει κανείς την αδιάλειπτη προσευχή και το πως θα κατορθώσει να ευχαριστεί τον Θεό για καθετί, θα τα αναλύσουμε, κατά το δυνατόν, αργότερα, ένα προς ένα.

Τώρα πρέπει να αρχίσουμε από αυτά που μας λένε όσοι διαφωνούν με το λόγο του Αποστό­λου και μας κακολογούν, λέγοντας: «Τί είδους αρετή είναι αυτή που μας διδάσκει ο Απόστολος; Πώς μπορεί μια ψυχή να βρίσκεται νύχτα-μέρα σε διάχυση και να ζει με χαρούμενη διάθεση, παίρ­νοντας το καθετί ελαφρά; Είναι ποτέ δυνατόν να κατορθώσει κανείς να ζει μ' αυτό τον τρόπο, όταν μύρια ακούσια κακά μας κυκλώνουν καθημερινά και ρίχνουν την ψυχή μας σε στενόχωρη και κα­κόκεφη διάθεση; Αυτά μας κόβουν κάθε χαρά και ευδιαθεσία, εκτός βέβαια αν πούμε πως δεν πονάει όποιος ψήνεται στο τηγάνι ή ότι μπορεί κανείς να παραμένει ήρεμος και χαρούμενος, όταν κατατρυπιέται από τις λόγχες».

Μήπως όμως, όποιος τα λέει αυτά υποφέρει από κακούς λογισμούς και «προφασίζεται προ­φάσεις εν αμαρτίαις» (Ψαλμ. 140, 4); Μήπως, επειδή δεν έχει διάθεση να ακολουθήσει τις Ευαγγελικές εντολές, επιχειρεί να στρέψει τις κατηγορίες εναντίον εκεί­νου που μας δίνει αυτά τα παραγγέλματα και ισχυρίζεται πως ο νομοθέτης μας προτρέπει να τηρήσουμε πράγματα δύσκολα και ακατόρθωτα; Αυτός ο άνθρωπος θα λέει, ασφαλώς, με το λογισμό του: «Πώς είναι δυνατόν να χαίρεται κανείς, αφού τα αίτια της χαράς δεν ρυθμίζονται από τον ίδιο τον άνθρωπο;». Γιατί, μόνο όποιος σκέπτεται έτσι, λέει πως όσα γεννούν τη χαρά και την ευδιαθεσία προέρχονται από τους άλλους και δεν έχουν την πηγή τους στον ίδιο τον άνθρωπο.

Αυτοί, μ' άλλα λόγια, θεωρούν ως πηγή χαράς την ύπαρξη οικογένειας και φίλων, χρημάτων, δό­ξας, υγείας και όλων των άλλων αγαθών αυτής της ζωής. Αυτοί θέλουν συνεχή καλοζωία, πλούσιο τραπέζι, φίλους που να γλεντοκοπούν μαζί τους, ακούσματα και θεάματα που φέρνουν ηδονή και υγεία συγγενών. Με λίγα λόγια, αυτοί επιθυμούν καθετί καλό που έχει σχέση με την εφήμερη αυτή ζωή. Γιατί λυπηρά και στενάχωρα δεν είναι μόνο αυτά που συμβαίνουν προσωπικά στον καθένα, αλλά και αυτά που βαραίνουν και λυπούν τους φίλους και τους συγγενείς του.

Αυτά όλα πρέπει να υπάρχουν, καθώς λένε, για να μπορεί να χαρεί η ψυχή και να έχει διαρκώς καλή διάθεση. Κοντά σ' αυτά, προσθέτουν, θα πρέπει να υπάρχουν και άλλα, όπως η νίκη κατά των έχθρων, η καταστολή των κακών και η αντα­μοιβή όσων μας ευεργετούν. Και με λίγα λόγια, θα πρέπει να συντρέχουν όλα τα καλά, ώστε να μη διαταράσσεται η ζωή μας από κάτι που μας συνέβη ή από κάτι που φοβόμαστε ότι θα μας συμβεί. Γιατί αυτοί επιμένουν και λένε: Η ψυχή, μόνο όταν συντρέχουν όλοι αυτοί οι παράγοντες, μπορεί να είναι χαρούμενη και ειρηνική.

Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, τότε πώς μπορεί κανείς να χαίρεται, όπως μας παραγγέλ­λει ο Απόστολος, αφού δεν εξαρτάται αυτό από εμάς αλλά από τόσους άλλους εξωτερικούς πα­ράγοντες; Πώς μπορεί, επιπλέον, να προσεύχεται κανείς αδιάκοπα, όταν έχουμε τόσες ανάγκες και όταν πρέπει να σκεφθούμε τόσα πράγματα που μας αφορούν άμεσα; Πώς μπορεί να τρέχει ο νους ταυτόχρονα και στην αντιμετώπιση της καθημε­ρινότητας και στην προσευχή; Έχω εντολή -λέει όποιος σκέπτεται έτσι- να ευχαριστώ τον Θεό για καθετί στη ζωή μου; Θα Τον ευχαριστήσω λοιπόν και όταν βασανίζομαι; Θα Τον δοξάσω και όταν ταλαιπωρούμαι, όταν με κακομεταχειρίζονται, όταν με βάζουν στο βασανιστικό όργανο του τροχού [Ο τροχός χρησιμοποιήθηκε από τους ειδωλολάτρες σε πολλά Μαρτύ­ρια Αγίων, όπως του αγίου Γεωργίου και της αγίας Αικατερίνης] ή όταν μου βγάζουν τα μάτια;

Θα ευχαριστήσω όταν με χτυπούν και με εξευτελίζουν οι εχθροί μου ή όταν παγώνω από το κρύο, όταν λιμοκτονώ, όταν είμαι δεμένος στο ξύλο της καταδίκης, όταν απροσδόκητα χάσω τα παιδιά μου ή τη σύζυγό μου;

Θα ευχαριστήσω τον Θεό όταν πέσω στα χέρια αγρίων πειρατών ή αδίσταχτων ληστών; Θα Τον ευχαριστήσω όταν τραυματισθώ, όταν συ­κοφαντηθώ, όταν καταντήσω ζητιάνος και όταν φυλακισθώ;

Αυτά και άλλα τόσα αραδιάζουν, θέλοντας να κατηγορήσουν αυτόν που μας παρήγγειλε να ευχαριστούμε πάντα τον Θεό. Πιστεύουν ότι αυτή η συκοφαντία κατά του Αποστόλου -ότι δηλαδή μας παραγγέλει πράγματα ανεφάρμοστα- είναι ταυτόχρονα και δικαιολογία αξιοσέβαστη για το ότι δεν εφαρμόζουν αυτό το παράγγελμα στη ζωή τους.

Τί πρέπει λοιπόν να τους απαντήσουμε; Θα πρέπει ασφαλώς, να τους πούμε ότι ο Απόστολος είχε άλλες κορυφές υπ' όψιν του και προσπαθεί να μας ανυψώσει από τα επίγεια προς το ουρά­νιο πολίτευμα. Πώς θα ήθελαν λοιπόν εκείνοι που αδυνατούν να προσεγγίσουν τους υψηλούς αυτούς στόχους του Αποστόλου, αυτοί που κυλιούνται σαν σκουλήκια στο βούρκο των σαρκικών παθών, να μπορέσουν να κατανοήσουν και να εφαρμόσουν όσα ο Απόστολος μας παραγγέλλει; Γιατί ο Απόστο­λος προσκαλεί σ' αυτή την ατέρμονη χαρά όχι τον οποιονδήποτε, αλλά αυτόν που ζει όπως εκείνος ο ίδιος, ο οποίος δεν ζούσε πλέον «κατά σάρκα», αλλά είχε μέσα του «τον Ζώντα Χριστό» (Γαλ. 2, 20). Ζούσε δηλαδή σαν άσαρκος και σαν να μην είχε καμιά σχέση και καμιά εξάρτηση από όλα αυτά τα εφή­μερα, που εμποδίζουν τον άνθρωπο να ζήσει την κοινωνία του με το Ύψιστο Αγαθό, τόν Θεό.

Και στην περίπτωση όμως που η σάρκα κό­βεται και ξεσχίζεται, η κακοποίηση αυτή αναφέ­ρεται μόνο στο σώμα, αφού αυτά τα βάσανα δεν είναι δυνατόν να εγγίσουν την ψυχή. Γιατί, αν ζει κανείς σύμφωνα με τις πνευματικές υποθήκες του Αποστόλου, αν έχει δηλαδή νεκρώσει τα γήινα μέλη του (Κολ. 3, 5) και περιφέρει στα μέλη του τη νέκρωση του Χριστού (Β' Κορ. 4, 10), τότε οπωσδήποτε ο σωματικός τραυμα­τισμός δεν θα προχωρήσει προς την ψυχή, η οποία έχει ήδη απελευθερωθεί από τα δεσμά της.

Έτσι η δυσφήμιση, οι ζημιές και οι θάνατοι των συγγενών δεν θα επηρεάσουν, ούτε θα μειώ­σουν το υψηλό φρόνημα της ψυχής, με τις εφήμερες ταλαιπωρίες και κακοπάθειες. Γιατί, αν οι άνθρω­ποι αυτοί αντιμετώπιζαν με γενναιότητα όλα τα δεινά που τους συμβαίνουν, δεν θα φόρτωναν τους άλλους με τα δικά τους βάσανα, αφού και αυτοί οι ίδιοι δεν θα λυπούνταν υπερβολικά και δεν θα καταβάλλονταν. Αν όμως αυτοί ζουν σύμφωνα με το σαρκικό φρόνημα (Ρωμ. 8, 13), όχι μόνο θα βαρύνουν και θα λυπήσουν τους άλλους, αλλά επιπλέον θα είναι αξιοκατάκριτοι. Και αυτό, όχι βέβαια γιατί τους έχουν βρει δύσκολες περιστάσεις, αλλά κυρίως γιατί δεν αντιμετώπισαν τις περιστάσεις αυτές σω­στά και έτσι έδειξαν ότι έχουν κακή και διεστραμ­μένη προαίρεση. Με λίγα λόγια, η ψυχή που έχει προσδεθεί στερεά στον πόθο των Ουρανίων και του Κτίστη της, αυτή που αρέσκεται να κοσμείται με τα ουράνια κάλλη, αυτή δεν θα αλλοιωθεί, ούτε θα χάσει την ευδιαθεσία και τη χαρά της, εξαιτίας διαφόρων εφήμερων κακοτυχιών. Αλλά, αντίθετα, όσα για τους άλλους είναι ανυπόφορα, αυτή θα τα κάνει αφορμή για μεγαλύτερη ανάπαυση και ευφροσύνη.

Ένας τέτοιος άνθρωπος θα ζει σαν τον Από­στολο, ο οποίος δεν ταραζόταν όταν αρρώσταινε ή όταν τον εύρισκαν θλίψεις, διωγμοί, και διάφορες άλλες αντίξοες περιστάσεις. Αλλά θεωρούσε ως αφορμή καύχησης τις στερήσεις του (Β' Κορ. 12, 9-10), την πείνα, τη δίψα, το κρύο και τη γυμνότητα, τους διωγμούς και τα βάσανα (Β' Κορ. 11, 27).

Για όσα οι άνθρωποι λυπούνται και απο­κάμουν, γι' αυτά ο Απόστολος χαιρόταν και τα θεωρούσε αφορμή καύχησης και ευφροσύνης.

Αυτοί λοιπόν που δεν στοιχίζονται στη γραμμή σκέψης του Αποστόλου δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουν ότι το καθετί μπορεί να γίνει για μας προσκλητήριο, για να ζήσουμε σύμφωνα με τις Ευαγγελικές εντολές.

Αυτοί οι άνθρωποι τολμούν να κατηγορούν τον Απόστολο και να λένε ότι δήθεν μας δίνει ανε­φάρμοστες εντολές και μας παρακινεί να επιχει­ρούμε ακατόρθωτα πράγματα. Θα ήταν καλό όμως, αυτοί να αναλογισθούν πόσες είναι οι μεγάλες δωρεές και ευεργεσίες του Θεού, οι οποίες είναι πηγές χαράς και αφορμή συνεχούς ευφροσύνης για τον καθένα μας. Να, δέστε, για παράδειγμα, μερικές από αυτές:

Ήλθαμε από το μηδέν στην ύπαρξη. Δημι­ουργηθήκαμε σύμφωνα με την εικόνα του Κτί­στη μας (Γεν. 1, 26). Έχουμε προικισθεί με νου και γνώση, που μας δίνουν τη δυνατότητα να γνωρίσουμε τον Θεό. Και μπορούμε με αυτά τα χαρίσματα, που πήραμε από τον Θεό κατά τη δημιουργία μας, να ατενίζουμε το κάλλος της δημιουργίας και να διαβάζουμε, σαν να ήταν γράμματα, το βιβλίο της κτίσης. Μπορούμε έτσι να κατανοούμε την Πανσοφία και την Πρόνοια του Θεού για όλα Του τα κτίσματα (Δαν. 3, 21).

Με αυτά τα δώρα είμαστε σε θέση να ξεχωρί­σουμε το καλό από το κακό. Και το σπουδαιότερο, με αυτά οδηγούμαστε στο να επιλέγουμε το καλό και να αποφεύγουμε το κακό. Με αυτά μπορούμε να κατανοούμε ότι, ενώ εμείς αμαρτήσαμε και αποξενωθήκαμε από το καλό, Εκείνος μας ανα­κάλεσε κοντά Του, αφού πρώτα μας ελευθέρωσε από την ατιμωτική δουλεία μας στον διάβολο, με το Αίμα του Μονογενή Υιού Του.

Ας αναλογισθούμε, τέλος, τα αγαθά που επι­φυλάσσονται για μας, αγαθά που υπερβαίνουν τη δύναμη κάθε διάνοιας και λογικής προσέγγισης, όπως η ελπίδα της αναστάσεως, ο συναυλισμός με τους αγίους Αγγέλους και η Ουράνια Βασιλεία.

Δεν θά 'πρεπε αυτά να τα θεωρούμε αρκετά για να αντλούμε ατελεύτητη χαρά και διαρκή ευφροσύνη;

Μήπως έχουμε την εντύπωση ότι ο κοιλιόδουλος, εκείνος που γλεντοκοπά και όποιος κοιμάται στα μαλακά στρώματα, αυτός ζει σωστά και με τρόπο που μπορεί να τον κάνει ευτυχισμένο; Εγώ, αντίθετα, θα θεωρούσα ότι αυτούς θα πρέπει να τους κλαίμε και να μακαρίζουμε τους άλλους, όσους δηλαδή περνούν αυτή την εφήμερη ζωή με την ελπίδα του μέλλοντα αιώνα και όσους ανταλ­λάσσουν τα παρόντα και τα μηδαμινά με τα μελ­λοντικά και τα αιώνια.

Θα πρέπει να θεωρούμε, κυριολεκτικά, μα­κάριους αυτούς που ζουν σε κοινωνία με τον Θεό, ακόμα και αν αυτοί ζουν μέσα στο καμίνι, όπως οι άγιοι Τρεις Παίδες στη Βαβυλώνα (Δαν. 6, 15 κ. εξ.) ή είναι κλει­σμένοι στα λιοντάρια ή και αν ακόμα βρίσκονται στην κοιλιά του κήτους (Ιων. 2, 1). Αυτούς πρέπει να τους μακαρίζουμε και να τους θεωρούμε πραγματικά χαρούμενους και ευτυχισμένους. Επειδή αυτοί δεν θλίβονται για τα παρόντα και γήινα αγαθά, αλλά ευφραίνονται με την ελπίδα που γεννιέται από τα μέλλοντα και αιώνια.

Ο καλός πνευματικός αγωνιστής, που άρχισε να παλεύει στο στάδιο της ευσέβειας, θα πρέπει να υπομένει με γενναιότητα τα χτυπήματα των αντι­πάλων του, έχοντας πάντα την ελπίδα της δόξας που θα του χαρισθεί με τα ουράνια στεφάνια.

Όσοι επιδίδονται στον αθλητισμό, συνηθίζουν στους κόπους της παλαίστρας και δεν σταματούν να αγωνίζονται όταν δέχονται χτυπήματα. Αλλά παλεύουν με τους αντιπάλους τους, περιφρονώντας τους κόπους της στιγμής, γιατί παίρνουν δύναμη από τον πόθο της νίκης. Έτσι, κανένα χτύπημα δεν καταφέρνει να επισκιάσει τη χαρά του πα­λαιστή. Γιατί «η θλίψη γεννάει την υπομονή, η υπομονή χαλκεύει δόκιμο χαρακτήρα, ο δόκι­μος χαρακτήρας γεννάει ελπίδα και η ελπίδα δεν ντροπιάζει» (Ρωμ. 5, 3-5). Ο ίδιος ο Απόστολος μας έχει και άλλη φορά παραγγείλλει να υπομένουμε την ώρα της θλίψης και να χαιρόμαστε, τρέφοντας την ελπίδα (Ρωμ. 12, 12). Η ελπίδα λοιπόν είναι αυτή που χαρίζει τη διαρκή χαρά στην ψυχή του γενναίου.

Ο απόστολος Παύλος εξάλλου, μας παραγγέλει «να κλαίμε μαζί με αυτούς που κλαίνε» (Ρωμ. 12, 15). Έγραφε μάλιστα προς τους Φιλιππισίους πως ο ίδιος έκλαιγε για τους εχθρούς του Σταυρού του Χριστού (Βλ. Φιλιπ. 3, 18).

Γιατί όμως πρέπει να λέμε ότι ο προφήτης Ιερεμίας θρηνεί (Ιερ. Θρήν. 1, 1 κ. εξ.) ή ότι ο προφήτης Ιεζεκιήλ γρά­φει θρήνους κατόπιν εντολής του Θεού (Ιεζ. 2, 10) και ότι πολλοί από τους Αγίους θρηνούν και κλαίνε; «Αλί­μονό μου, μητέρα μου», λέει ο Προφήτης, «γιατί με γέννησες» (Ιερεμ. 15, 10). Και πάλι άλλος προφήτης λέει: «Αλίμονο, γιατί εξαφανίσθηκε ο ευσεβής από τη γη και δεν υπάρχει πια δίκαιος ανάμεσα στους ανθρώπους» (Μιχ. 7, 2). Και αλλού πάλι λέει: «Αλίμονο, γιατί κατάντησα σαν εκείνον που μαζεύει άχυρο την ώρα του θερισμού» (Μιχ. 7, 1).

Και αν, με λίγα λόγια, ερευνήσεις την Αγία Γραφή και αν παρατηρήσεις την πιο θλιμμένη κραυγή που Αυτή περιέχει, θα αντιληφθείς πως είναι θρήνος για την άθλια και πρόσκαιρη ζωή του ανθρώπου. «Αλίμονο μου», λέει ο Ψαλμωδός, «γιατί η επίγεια διαμονή μου πήρε τόση παρά­ταση» (Ψαλμ. 119, 5).

Ο Απόστολος επίσης λέει ότι επιθυμούσε να φύγει από αυτή τη ζωή και να βρεθεί μαζί με τον Χριστό (Φιλιπ. 1, 23) και θεωρεί εμπόδιο της χαράς του την παράταση της επίγειας διαμονής. Ο Ψαλμωδός εξάλλου μας άφησε ένα θρήνο για τον φίλο του Ιωνάθαν, με τον οποίο θρήνησε παράλληλα και τον εχθρό του: «Πονώ για σένα», λέει, «αδελφέ μου Ιωνάθαν» (Β' Βασ. 1, 26) και «κλάψτε θυγατέρες του Ισραήλ για τον Σαούλ» (Β' Βασ. 1, 24). Τον Ιωνάθαν, βέβαια, τον θρη­νεί γιατί ήταν φίλος του. Αλλ' όμως κλαίει και τον εχθρό του Σαούλ, γιατί αυτός πέθανε μέσα στην αμαρτία. Τί άλλο άραγε χρειάζεται να προσθέ­σουμε; Ο Ίδιος ο Κύριος δάκρυσε για τον Λάζαρο (Ιωάν. 11, 35) και για την Ιερουσαλήμ (Λουκ. 19, 41) και μακαρίζει αυτούς που πενθούν και κλαίνε (Ματθ. 5, 4 - Λουκ. 6, 21).

Μερικοί όμως διαφωνούν, λέγοντας: Καλά είναι όλα αυτά, αλλά πώς συμβιβάζονται με το αποστολικό «πάντοτε χαίρετε» (Φιλιπ. 4, 4); Μήπως δεν έχουν και τα δάκρυα και η χαρά την ίδια προέ­λευση και αιτία; Γιατί τα μεν δάκρυα και η χαρά προκαλούνται από κάποιο απροσδόκητο αιφνιδια­σμό που προσβάλλει και συστέλλει την καρδιά του ανθρώπου. Η χαρά επίσης είναι ένα είδος σκιρ­τήματος της ψυχής που, εξαιτίας κάποιου ευχά­ριστου πράγματος, συμφωνεί με τις επιθυμίες της και την αναπαύει. Γι' αυτό ακριβώς οι εκφράσεις και οι εκδηλώσεις των δύο αυτών συναισθημάτων διαφέρουν. Σ' αυτούς που πονούν και λυπούνται η μορφή είναι χλωμή, στακτόχρωμη και παγερή, ενώ σ' αυτούς που σκιρτούν και χαίρονται η όψη είναι ζωντανή και ροδοκόκκινη, σαν να σκιρτά η ίδια η ψυχή και ζητά να πηδήξει προς τα έξω από την πολλή χαρά της.

Εδώ θα πρέπει να συμπληρώσουμε ότι και οι θρήνοι και τα δάκρυα των Αγίων προέρχονταν από τα βαθιά αισθήματα της αγάπης τους προς τον Θεό.

Οι Αγιοι βίωναν διαρκώς την παρουσία του Θεού και αυτό τους αύξανε ολοένα και περισσό­τερο την ευφροσύνη, ενώ συγχρόνως οικονομούσαν τις ανάγκες των συνανθρώπων τους, πενθώντας για όσους είχαν αμαρτήσει και βοηθώντας τους να λειτουργούν τη μετάνοια και τη διόρθωσή τους.

Όπως ακριβώς αυτοί που στέκονται στην παραλία και ατενίζουν με πόνο εκείνους που κιν­δυνεύουν να βυθισθούν από τη φουρτούνα -δεν διακινδυνεύουν όμως την ασφάλεια τους για να τους σώσουν, αλλά κάνουν ό,τι άλλο μπορούν για να τους βοηθήσουν- έτσι δεν χάνουν τη βαθιά χαρά τους και αυτοί που πονούν και θλίβονται για τις αμαρτίες των συνανθρώπων τους.

Αντίθετα, την πολλαπλασιάζουν, συμμετέχο­ντας στον πόνο και στην αγωνία των συνανθρώπων τους. Και αυτό, γιατί οι Αγιοι βρίσκονται σε στε­νότερη κοινωνία με τον Θεό και Τον παρακαλούν για τη θλίψη και τις δοκιμασίες των άλλων. Γι' αυτό «είναι μακάριοι αυτοί που κλαίνε και πεν­θούν, γιατί αυτοί θα βρουν παρηγοριά και θα γελάσουν» (Λουκ. 6. 21 - Ματθ. 5, 4). Και με τη λέξη «γέλωτα» ασφαλώς ο Κύριος δεν εννοεί το ξέσπασμα που κάνει το αίμα να ανεβαίνει και να ξανάβει το πρόσωπο του ανθρώπου, αλλά την ήρεμη και καθαρή από θλίψη, τη γαλήνια και γλυκιά έκφραση του προσώπου. Ο Απόστολος λοιπόν, μας επιτρέπει να «κλαίμε μαζί μ' εκείνους που λυπούνται και κλαίνε» (Ρωμ. 12, 15). Γιατί αυτού του είδους τα δάκρυα γίνονται σπέρμα και πρόγευση της αιώνιας χαράς.

Ανέβασε το νου σου στον ουρανό και δες τους αγίους Αγγέλους και πες μου αν αρμόζει σ' αυτούς κάποια άλλη κατάσταση, εκτός από εκείνη της διαρκούς χαράς και της βαθιάς ευφροσύνης. Γιατί αυτοί έχουν αξιωθεί να στέκονται ενώπιον του Θεού και να απολαμβάνουν το ανέκφραστο κάλλος της δόξας του Κτίστη και Δημιουργού μας.

Σε τέτοιου είδους ζωή μας παρακινεί και εμάς ο Απόστολος, όταν μας λέει «πάντοτε χαί­ρετε».


ΠΕΡΙ ΘΡΗΝΟΥ

Σχετικά με τον αντίλογο, με το ότι δηλαδή ο Κύριος δάκρυσε στον τάφο του Λαζάρου και για την Ιερουσαλήμ, θα μπορούσαμε να απαντήσουμε ότι Εκείνος επίσης έφαγε και ήπιε μετά την Ανά­σταση, μολονότι δεν είχε ανάγκη από τροφή. Το έκανε όμως αυτό για να μας αφήσει υπόδειγμα, όρια και μέτρα. Ήθελε δηλαδή να μας αφήσει σημεία και όρια, μέχρι τα οποία θα έπρεπε να εκτείνεται η ικανοποίηση των αδιάβλητων παθών της ψυχής. Έτσι λοιπόν δάκρυσε, ώστε, με τη με­τριοπαθή αυτή συμπεριφορά, να δώσει αφορμές διόρθωσης της υπέρμετρης θλίψης και της ταπει­νωτικής συμπεριφοράς αυτών που θρηνούν και οδύρονται υπερβολικά και άμετρα.
Τη λύπη και τα δάκρυα πρέπει να τα ελέγχει η λογική, ώστε να γνωρίζει κανείς για ποιόν, πόσο, πότε και πώς πρέπει να εκδηλώνει τη λύπη του.

Το ότι το δάκρυ του Κυρίου για τον Λάζαρο δεν ήταν προϊόν της υπερβολικής θλίψης Του, αλλά εκδήλωση διδακτική, το φανερώνει ξεκάθαρα αυτό που ο Ίδιος είπε: «Ο φίλος μας ο Λάζαρος έχει κοιμηθεί, πηγαίνω όμως να τον ξυπνήσω» (Ιωάν. 11, 11). Ποιός από μας κλαίει φίλο που κοιμάται και που περιμένει μετά από λίγο να τον ξυπνήσει; Ο Κύ­ριος του είπε «Λάζαρε, βγες έξω» (Ιωάν. 11, 43), και ο νεκρός πήρε ζωή και ο δεμένος περπάτησε. Θαύμα πάνω στο θαύμα. Ήταν δεμένα ακόμα τα πόδια του με τα σουδάρια και εκείνος περπατούσε. Και αυτό, γιατί η Θεϊκή βοήθεια ήταν μεγαλύτερη από το εμπόδιο των σουδαρίων.

Πώς λοιπόν ήταν δυνατόν ο Θεάνθρωπος, που σε λίγο θά θαυματουργούσε μ' έναν τέτοιο πρωτόγνωρο τρόπο, να θεωρήσει το θάνατο λυ­πηρό γεγονός, για το οποίο έπρεπε να θρηνήσει; Ασφαλώς -καθώς φαίνεται πια ξεκάθαρα απ' όσα είπαμε- ο Κύριος, ενεργώντας έτσι, θέλησε να διορθώσει εμάς και να μας ορίσει κάποια μέτρα και όρια. Απέκλεισε λοιπόν την έλλειψη της συ­μπάθειας, ως κάτι άπρεπο και θηριώδες. Αλλά, συγχρόνως απέρριψε και ως ανάρμοστη την τάση να εκφράζεται κανείς με υπερβολικές εκδηλώσεις κλαυθμού και λύπης.

Με το να δακρύσει ο Κύριος για τον φίλο Του Λάζαρο, μας φανέρωσε την κοινωνικότητα της ανθρώπινης φύσης και συγχρόνως μας υπέδειξε τον μετριοπαθή τρόπο έκφρασης της λύπης. Έτσι μας καθοδήγησε, ώστε να μην παρασυρόμαστε σε ακρότητες, κυριευμένοι από τα πάθη, αλλά ούτε πάλι να μένουμε ασυγκίνητοι και παγεροί μπροστά στα λυπηρά.

Όπως λοιπόν ο Κύριος υπέμεινε την πείνα, τότε που παρέμεινε άσιτος, όπως αποδέχθηκε τη δίψα, τότε που νήστευε και δεν έπινε νερό, και όπως κοπίασε από την πεζοπορία, έτσι επέτρεψε και στην ανθρώπινη φύση να εκδηλώνεται με τρόπο φυσικό, δηλαδή με τα δάκρυα.

Ο Κύριος βέβαια, τα υπέμεινε όλα αυτά, όχι γιατί η Θεότητα νικήθηκε από τον κόπο, αλλά για να φανερώσει σε μας ότι ο Ίδιος ήταν τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος.

Τα δάκρυα εκρέονται από κάποιον, τρόπον τινά, οχετό, όταν γεμίζουν οι κοιλότητες του εγκε­φάλου, και είναι συνέπεια λύπης. Γι' αυτό, όταν με τα απρόσμενα λυπηρά της ζωής προκαλούνται βοές, ζαλάδες, σκοτοδίνες, τότε γεννιούνται εσωτε­ρικά θερμά δάκρυα. Αλλωστε και όσοι θλίβονται, ξαλαφρώνουν όταν κλαίνε, γιατί έτσι βγαίνει κάτι από μέσα τους που τους βαραίνει.

Η πείρα μας πείθει για την αλήθεια αυτών που λέμε. Γνωρίσαμε ανθρώπους, οι οποίοι κα­τάφεραν να υπομείνουν βαριές συμφορές, χρησιμοποιώντας ως εκτόνωση του άλγους τους τα δάκρυα. Αλλοι όμως που δεν αντέδρασαν με αυτό τον τρόπο έπεσαν σε βαριές αρρώστιες, σε αποπληξίες και παραλύσεις, ενώ άλλοι έφθασαν μέχρι ακόμα και το θάνατο. Και αυτό, γιατί αυτοί δεν μπόρεσαν να αντισταθούν και κατέρρευσαν, κάτω από το βάρος της λύπης τους.

Συμβαίνει μ' αυτούς εκείνο που γίνεται με τη φωτιά, η οποία δεν μπορεί να συντηρηθεί, όταν δεν έχει διέξοδο ο καπνός. Έτσι και όσοι λυπούνται και δεν εκδηλώνουν τον πόνο τους. Αυτοί μαραζώ­νουν από την ανέκφραστη και βουβή θλίψη, επειδή αυτή, σαν τον καπνό, δεν βρίσκει διέξοδο.

Όσοι λοιπόν προσβάλλονται εύκολα από το πάθος της λύπης, να μην προβάλλουν την περί­πτωση του Κυρίου που δάκρυσε για τον Λάζαρο και έτσι να προσπαθούν να καλύψουν το δικό τους πάθος. Γιατί, όπως δεν είναι δικαιολογία για μας το ότι ο Κύριος έφαγε, ώστε να παραδινόμαστε στην ηδυπάθεια -αλλά, αντίθετα, είναι υπόδειγμα για οριοθέτηση του επιτρεπτού και του αναγκαίου- έτσι και τα δάκρυα που έχυσε ο Κύριος για τον Λάζαρο δεν δικαιολογούν τον δικό μας θρήνο. Αντίθετα, το παράδειγμα του Κυρίου είναι κανόνας ακριβής που μας φανερώνει και μας διδάσκει με πόση σεμνό­τητα και ευπρέπεια θα πρέπει να υπομένουμε τα λυπηρά και τις θλίψεις αυτής της ζωής.

Δεν επιτρέπεται λοιπόν ούτε στις γυναίκες ούτε στους άνδρες η ροπή προς το πένθος και ο άμετρος κλαυθμός. Συγχωρείται μόνο η σύμμετρη λύπη και τα λίγα, ήσυχα δάκρυα. Δεν επιτρέπεται, μ' άλλα λόγια, να βογγά κανείς και να φωνάζει, ούτε να σχίζει τα ρούχα του ή να κάνει τέτοια παρόμοια καμώματα, όπως θα έκαναν όσοι δεν έχουν πίστη στον Θεό και γνώση για τα ουράνια πράγματα.

Όποιος έχει καθαρίσει την ψυχή του με τη διδασκαλία του ιερού Ευαγγελίου, είναι σαν να έχει αποκτήσει ένα τείχος ισχυρό. Και αυτό το τείχος είναι η σωφροσύνη και η ένθεη λογική. Αυτά ως τείχη αποκρούουν με θάρρος και ανδρεία τις προσβολές των παθών. Έτσι δεν επιτρέπει ο άνθρωπος να εισορμούν στην ψυχή του χαμηλά και απρεπή πάθη, τα οποία μπορούν να τον παρασύ­ρουν σε εκδηλώσεις που δεν ταιριάζουν σε πιστό χριστιανό. Ένα τέτοιο πράγμα, η υποδούλωση δηλαδή στη λύπη, είναι γνώρισμα άνανδρης ψυχής που δεν δέχεται καμιά ενίσχυση από την ελπίδα της στον Θεό.

Όπως τα σκουλήκια γεννιούνται πιο εύκολα στα μαλακά ξύλα, έτσι και οι θλίψεις εισορμούν στις πιο ακαλλιέργητες πνευματικά ψυχές.

ΙΩΒ

Μήπως ο Ιώβ είχε σκληρή σαν το διαμάντι καρδιά; Μήπως τα σπλάχνα του ήταν από πέτρα;

Μέσα σε λίγο διάστημα έχασε δέκα παιδιά, που με ένα χτύπημα έγιναν ένα με τα συντρίμμια του χαρούμενου σπιτιού, την ώρα ακριβώς που χαίρο­νταν, τότε που ο διάβολος συγκλόνισε και γκρέμισε επάνω τους ολόκληρο το οικοδόμημα. Είδε ο Ιώβ το τραπέζι γεμάτο αίμα. Αντίκρυσε τα παιδιά του, που είχαν σε διαφορετικό χρόνο έλθει στη ζωή, να πεθαίνουν όλα την ίδια στιγμή.

Δεν άρχισε τα ουρλιαχτά ο Ιώβ, δεν μάδησε τα μαλλιά του, δεν έβγαλε κραυγές και λόγια τιποτένια και υβριστικά, αλλά πρόφερε εκείνη τη μνημειώδη ευχαριστία, που υμνείται από όλες τις γενεές στους αιώνες: «Ο Κύριος έδωσε, ο Κύριος πήρε. Όπως φάνηκε καλό στον Κύριο, έτσι και έγινε. Ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου» (Ιώβ 1, 21). Μήπως αυτός ο άνθρωπος ήταν αναίσθητος; Πώς είναι δυνατόν; Αυτός είπε εκείνο το θαυμαστό «και εγώ έκλαψα για κάθε πονε­μένο» (Ιώβ 30, 25). Μήπως άραγε υποκρινόταν όταν έλεγε όλα αυτά; Όχι, ασφαλώς. Γιατί, μαζί μ' όλες τις άλλες αρετές που είχε ο Ιώβ, ήταν και φιλαλήθης, όπως λέει γι' αυτόν η Αγία Γραφή: «Ανθρωπος», λέει, «άμεμπτος, δίκαιος, θεοσεβής και φιλαλήθης» (Ιώβ 1, 1).

Εσύ όμως, άνθρωπέ μου, ξεσπάς σε μοιρολόγια, τα οποία έχεις συνθέσει ειδικά γι' αυτό το σκοπό. Εσύ με γοερούς αλαλαγμούς λιώνεις κυριολεκτικά την ψυχή σου. Και όπως οι ηθοποιοί βάφουν τα πρόσωπα τους και μεταμφιέζονται για να εμφανισθούν στα θέατρα, έτσι και εσύ θεωρείς, πως όποιος πενθεί, πρέπει να φοράει μαύρα, να μένει άλουστος και αχτένιστος, να έχει σκοτεινό και ασκούπιστο το σπίτι του και να μοιρολογά ασταμάτητα. Και με λίγα λόγια, να διατηρεί ανοι­χτή την πληγή και τον πόνο της ψυχής του.

Αφησε εσύ να τα κάνουν αυτά όσοι δεν έχουν καμιά ελπίδα; (Α' Θεσ. 4, 13). Εσύ έχεις διδαχθεί όλα όσα ανα­φέρονται στους κεκοιμημένους «εν Χριστώ» (Αποκ. 14, 13). Έχεις επίσης ακούσει την Αγία Γραφή που λέει: «Εκείνο που σπέρνεται είναι φθαρτό, εκείνο που ανασταίνεται είναι άφθαρτο. Σπέρνεται άδοξο, ανασταίνεται ένδοξο. Σπέρνεται σώμα ψυχικό, ανασταίνεται σώμα πνευματικό» (Α' Κορ. 15, 42-44). Γιατί λοιπόν, άνθρωπέ μου, κλαις αυτόν που έφυγε για να αλλά­ξει; Ούτε τον εαυτό σου να κλαις, λέγοντας πως έχεις μείνει μόνος και αβοήθητος. Γιατί, καθώς λέει ο Ψαλμωδός, «είναι καλό να ελπίζεις στον Κύριο, παρά να ελπίζεις σε άνθρωπο» (Ψαλμ. 117, 9).
 Ούτε πάλι να οδύρεσαι για εκείνον που δεινοπάθησε και τελικά έφυγε από αυτό τον κόσμο. Γιατί, μετά από λίγο, αυτόν θα τον ξυπνήσει η ουράνια σάλπιγγα και θα τον δεις να παραστέ­κεται στο βήμα του Χριστού.

Αφησε λοιπόν αυτές τις άτακτες κραυγές που αρμόζουν σε αγροίκους ανθρώπους, οι οποίοι χτυπιούνται και λένε: «Αλίμονο, τί με βρήκε! Ποιος περίμενε αυτές τις συμφορές! Περίμενα εγώ να θάψω αυτό το χιλιοαγαπημένο μου πρόσωπο;».

Αν ακούμε να ξεστομίζονται από άλλους τέ­τοια λόγια, εμείς θα πρέπει να ντρεπόμαστε και να κοκκινίζουμε. Γιατί η πείρα του παρελθόντος, αλλά και ό,τι εκείνη την ώρα συμβαίνει, θα πρέπει να μας οδηγούν στη σωστή αποδοχή όλων εκείνων των πραγμάτων που αναπόφευκτα συνακολουθούν την ανθρώπινη φύση.
 

Εμάς τους χριστιανούς που έχουμε παιδαγωγηθεί με το λόγο του ιερού Ευαγγελίου, δεν θα πρέπει να μας τρομάξουν ποτέ ούτε οι πρόωροι θάνατοι, ούτε οι άλλες απροσδόκητες συμφορές.


Οι πειρασμοί και οι θλίψεις δεν θα πρέπει να φέρουν τον πιστό σε κατάσταση να πει: «Το παιδί μου ήταν νέο, μοναχοπαίδι και κληρονόμος της περιουσίας μου, ήταν η παρηγοριά των γηρα­τειών μου, στολίδι της γενιάς μας, κόσμημα της νεολαίας μας, στήριγμα του σπιτιού μου».

Ούτε πάλι θα πρέπει να κλαίει και να λέει: «Τό παιδί μου βρισκόταν στο άνθος της ηλικίας του, μού 'φυγε ξαφνικά και χάθηκε».

Ποτέ δεν πρέπει να σκεφθεί έτσι ο χριστιανός και ποτέ δεν θα πρέπει να ξεστομίσει ότι «το παιδί μου έγινε χώμα και σκόνη. Χάθηκε αυτός που πριν από λίγες ημέρες μιλούσε και η φωνή του ήταν, για τους γονείς του, γλυκόλαλο άκουσμα και η όψη του ακόμα περισσότερο ευφρόσυνο θέαμα».

Αντίθετα, ο χριστιανός πρέπει να συλλογισθεί και να πει στον εαυτό του: «Τί πρέπει τώρα να κάνω; Θα πρέπει να ξεσχίσω τα ρούχα μου και να καταδεχθώ να πέσω κάτω και να θρηνώ με άγριες κραυγές και να φέρω βαριά τη συμφορά, μοιάζοντας στο μικρό παιδάκι που όταν το δέρ­νουν ξεφωνίζει και σπαρταρά; Ή θα πρέπει να έλθω στα συγκαλά μου και να πω με το λογισμό μου πως ο θάνατος μας περιμένει όλους, ότι αυτός δεν κοιτάζει ηλικία και ότι διαλύει την ανθρώπινη φύση και γι' αυτό θα πρέπει να τον αποδεχθώ; θα χάσω τα λογικά μου, σαν να έπεσε επάνω μου κεραυνός, όταν προ πολλού δέχθηκα το μήνυμα του ιερού Ευαγγελίου που διδάσκει ότι, εφόσον είμαι θνητός, γέννησα παιδί θνητό; Θα πρέπει, ασφαλώς, να μη λησμονώ ότι καθετί σ' αυτό τον κόσμο είναι αβέβαιο και ότι τίποτα δεν παραμένει στον κάτοχο του αιώνια».

Έτσι είναι. Γιατί και σε πολλές πόλεις, παλιές και φημισμένες για τη λαμπρότητα των κτι­σμάτων τους και για τη δύναμη των κατοίκων τους, πόλεις που ήταν ξακουστές για τα πλούτη τους και για το εμπόριό τους, τώρα έχουν μονάχα απομείνει κάποια ερείπια που θυμίζουν την παλιά τους δόξα και μεγαλοπρέπεια.

Πλοία επίσης που πολλές φορές είχαν διασω­θεί από μεγάλες τρικυμίες, πλοία χιλιοταξιδεμένα που είχαν μεταφέρει αναρίθμητα φορτώματα και πολλούς εμπόρους, αργότερα, με μια φουρτούνα και ένα γερό ανεμόδαρμα, εξαφανίσθηκαν.

Στρατεύματα που πολλές φορές είχαν πα­νηγυρίσει νίκες, όταν αργότερα δυσκόλεψαν οι καιροί, διαλύθηκαν άδοξα και έμειναν με το διάβα του χρόνου στη μνήμη σαν παραμύθι.

Ολόκληρα νησιά επίσης, που ήταν ονομαστά για τη δύναμη των κατοίκων τους, οι οποίοι είχαν πολλές φορές αναδειχθεί στους θαλάσσιους και χερσαίους πολέμους κατά των εχθρών, χάθηκαν με το πέρασμα του χρόνου ή παραδόθηκαν στην αιχμαλωσία και στη δουλεία.

Με λίγα λόγια, όποιο μεγάλο και δυσβάστα­χτο κακό θα μπορούσες να μου αναφέρεις, εγώ θα σου έφερνα από τη ζωή άπειρα, αντίστοιχα παραδείγματα. Όπως λοιπόν λογαριάζουμε με τη ζυγαριά τα βάρη και όπως εκτιμούμε τον χρυσό όταν τον τρίψουμε στο διαμάντι, έτσι θα πρέπει να ζυγίζουμε και τα πράγματα αυτής εδώ της ζωής. Να τα μετράμε δηλαδή με τα μέτρα που έχει ορί­σει ο Κύριος. Έτσι, δεν θα ξεπέσουμε ποτέ σαν τους μωρούς και τους παράφρονες.

Αν λοιπόν, άνθρωπέ μου, σου συμβεί κάποτε κάτι απροσδόκητο, να είσαι εσωτερικά προετοι­μασμένος και να μην ταραχθείς. Με την ελπίδα των μελλόντων, να κάνεις πιο ευκολοσήκωτα τα παρόντα.

Όπως εκείνοι που έχουν μια πάθηση στα μάτια αποφεύγουν να κοιτάζουν σε σημεία που εκπέμπουν φως, αλλά ξεκουράζουν το βλέμμα τους κοιτάζοντας προς τα άνθη ή την πρασινάδα, έτσι πρέπει και η ψυχή να συγκεντρώνεται και να μη σκέπτεται συνεχώς τα λυπηρά.

Ούτε πάλι θα πρέπει να κολλά κάποιου ο νους στα απροσδόκητα και ακούσια παθήματα που τον βρήκαν σ' αυτή εδώ τη ζωή, αλλά αντίθετα να ατενίζει όσα έχουν προοπτική, τα αιώνια και τα αληθινά.

Θα κατορθώσεις να χαίρεσαι πάντοτε, αν η ζωή σου είναι στραμμένη προς τον Θεό και αν η ελπίδα των μελλόντων αγαθών σε βοηθά να ση­κώνεις όλα τα βάσανα αυτής της ζωής.

Σε προσβάλλουν; Να σκέπτεσαι τη δόξα που σε προσμένει στον ουρανό για την υπομονή σου. Σε ζημιώνουν; Να αναλογισθείς τον επουράνιο πλούτο και το θησαυρό που έχεις καταθέσει με τα καλά σου έργα στο ταμιευτήριο των ουρανών. Σε εξόρι­σαν; Έχεις όμως πατρίδα την επουράνιο Ιερουσα­λήμ. Έχασες το παιδί σου; Αλλά έχεις Αγγέλους με τους οποίους θα συγχορεύεις γύρω από το θρόνο του Θεού και θα ευφραίνεσαι αιώνια.

Έτσι, αντιπαραβάλλοντας τα μέλλοντα αγαθά με τα παρόντα λυπηρά, θα κάνεις τον εαυτό σου απρόσβλητο από τα θλιβερά και τα δυσάρεστα αυτής της ζωής και θα παραμένεις ήρεμος και ατάραχος, όπως μας προτρέπει ο Απόστολος.

Τα χαρούμενα και ευφρόσυνα να μην οδη­γούν την ψυχή σου σε ξέφρενη χαρά και τα λυπηρά και δυσάρεστα να μην ταπεινώνουν με άπρεπα φερσίματα και εξευτελιστική συμπεριφορά την ψυχή σου. Γιατί, αν δεν έχεις έτσι τοποθετηθεί απέναντι στα γεγονότα και στο νόημα αυτής της ζωής, δεν θα περάσεις ούτε μία μέρα χωρίς ταραχή και βάσανα.

Αυτό θα το πετύχεις, και μάλιστα πολύ εύ­κολα, μόνο αν έχεις πάντα στο νου σου το παράγ­γελμα του Αποστόλου που προτρέπει τον κάθε άνθρωπο και λέει· «πάντοτε χαίρετε».

Θα το κατορθώσεις, επιπλέον, με το να απο­διώκεις αυτά που βαραίνουν τη θνητή σάρκα.

Να συγκεντρώνεις πάντα το λογισμό σου στα ευφρόσυνα και στα αιώνια.

Να έχεις πάντα τη σκέψη σου στραμμένη και να λογίζεσαι τα μελλοντικά. Γιατί, και μόνο η σκέψη των αιωνίων, είναι αρκετή να γεμίσει την ψυχή σου από ευφροσύνη και να την κοσμήσει με την αγγελική αγαλλίαση, με τη Χάρη του Ιησού Χριστού, του Κυρίου μας, στον Οποίο πρέπει κάθε δόξα και δύναμη στους αιώνες. Αμήν.



(Πηγή: P.G. 31, 217-237, Απόσπασμα από το βιβλίο  «Αλγηδών η αγιότοκος: Η Υπομονή και η Ευχαριστία κατά τους Πατέρες», Εκδόσεις «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ» 2010, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα)

 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ:Για την Υπομονή (Eφραίμ ο Σύρος)

Για την Υπομονή και τη Μακροθυμία (Μέγας Βασίλειος)

Για την Υπομονή που γίνεται για την Αγάπη του Θεού (Αγ. Ισαάκ ο Σύρος)

Για Την Υπομονή και πόσο είναι το κέρδος από τις θλίψεις (Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος)

Υπομονή (Αγ. Δημήτριος του Ροστώφ)

Η θεραπευτική της οργής: Η πραότητα και η υπομονή (Jean Claude Larchet)



 5. Κυριακή ΙΒ' Ματθαίου: Ομιλία προς τους πλουτούντας (Μέγας Βασίλειος) 

Η Ευαγγελική Περικοπή της Θείας Λειτουργίας.
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον: ΙΘ. 16 – 26.


Τω καιρώ εκείνω, είς προσελθών είπεν τω Ιησού: διδάσκαλε αγαθέ, τί αγαθόν ποιήσω ίνα έχω ζωήν αιώνιον? Ο δέ είπεν αυτώ: τί με λέγεις αγαθόν; Ουδείς αγαθός ει μή είς ο Θεός. Ει δέ θέλεις εισελθείν εις την ζωήν, τήρησον τας εντολάς. Λέγει αυτώ: ποίας; Ο δέ Ιησούς είπε: το ου φονεύσεις, ου μοιχεύσεις, ου κλέψεις, ου ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα και την μητέρα, και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Λέγει αυτώ ο νεανίσκος: πάντα ταύτα εφυλαξάμην εκ νεότητός μου. Τί έτι υστερώ; Έφη αυτώ ο Ιησούς: ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δός πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι. Ακούσας δέ ο νεανίσκος τον λόγον απήλθε λυπούμενος’ ήν γάρ έχων κτήματα πολλά. Ο δέ Ιησούς είπε τοις μαθηταίς Αυτού: αμήν λέγω υμίν, ότι δυσκόλως πλούσιος εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών. Πάλιν δέ λέγω υμίν, ευκοπώτερόν εστί κάμηλον δια τρυπήματος ραφίδος διελθείν, ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν. Ακούσαντες δέ οι μαθηταί αυτού εξεπλήσσοντο σφόδρα λέγοντες: τίς άρα δύναται σωθήναι; Εμβλέψας δέ ο Ιησούς είπεν αυτοίς: παρά ανθρώποις τούτο αδύνατόν εστί, παρά δέ Θεώ πάντα δυνατά εστι.


Απόδοση:


Κάποιος πλησίασε τον Ιησού και του είπε: «Αγαθέ Διδάσκαλε, τι καλό να κάνω για ν’ αποκτήσω αιώνια ζωή;» Κι αυτός του είπε: «Γιατί με ονομάζεις αγαθό; Κανένας δεν είναι αγαθός, παρά μόνο ένας ο Θεός. Αν θέλεις πάντως να μπεις στη ζωή, τήρησε τις εντολές». Του λεει: «Ποιες;» Κι ο Ιησούς είπε: «Το μη σκοτώσεις, μη μοιχεύσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα και τη μητέρα σου και αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου». Του λεει ο νεα¬ρός: «Όλα αυτά τα τηρώ από πολύ μικρός. Σε τι υστερώ ακόμα;» Του είπε ο Ιησούς: «Αν θέλεις να γίνεις τέλειος, πήγαινε πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα χρήματα στους φτωχούς, και θα έχεις θη¬σαυρό κοντά στο Θεό, κι έλα να με ακολουθήσεις». Μόλις άκουσε την απάντηση ο νεαρός, έφυγε λυπημένος, γιατί είχε μεγάλη περιούσια.
Κι ο Ιησούς είπε στους μαθητές του: «Σας βεβαιώνω πως δύσκολα θα μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού. Και σας το επαναλαμβά¬νω: Είναι ευκολότερο να περάσει καμήλα από βελονότρυπα, Παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού». Όταν τ’ άκουσαν οι μαθη¬τές του, ένιωσαν μεγάλη κατάπληξη κι έλεγαν: «Τότε ποιος μπορεί να σωθεί;» Ο Ιησούς τους κοίταξε και είπε: «Αυτό είναι αδύνατο για τους ανθρώπους. Για το Θεό όμως όλα είναι δυνατά».


(Επιμέλεια κειμένου: Ιωάννης Τρίτος)




 Ομιλία του Αγίου Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας του Μεγάλου, προς τους πλουτούντας


Ωμιλήσαμε και παλαιότερα περί του πλουσίου αυτού νέου και θα ενθυμήται οπωσδήποτε ο επιμελής ακροατής αυτά που είχαμε εξετάσει τότε. Και πρώτον, ότι δεν είναι ο ίδιος με τον νομικό που αναφέρει ο Λουκάς (Λουκ. ι' 25 κ.ε.). Διότι εκείνος μεν είχε πειρακτικήν διάθεση και έκαμεν ερωτήσεις ειρωνικές, ενώ αυτός ερωτούσε με υγιή διάθεσιν, αλλά δεν εδέχετο τις αποκρίσεις με ευπείθειαν. Επειδή εάν απηύθυνε τις ερωτήσεις περιφρονητικώς, δεν θα έφευγε λυπημένος από τις απαντήσεις του Κυρίου. Γι’ αυτό η συμπεριφορά του μας φαίνεται κάπως ανάμικτος. Διότι άλλοτε η διήγησις μας τoν παρουσιάζει αξιέπαινον, άλλοτε δε αθλιώτατον και εντελώς απηλπισμένον.


Πράγματι, το να αναγνωρίση τoν αληθινόν διδάσκαλο και να παραβλέψη την αλαζονεία των Φαρισαίων, την οίηση των νομικών και την φορτικότητα των γραμματέων, και να αποδώση τoν τίτλον αυτόν στον μόνον αληθινόν και αγαθόν διδάσκαλον, αυτό τoν καθιστά άξιον επαίνου. Επίσης, το γεγονός ότι έδειξεν ενεργόν ενδιαφέρον για το πώς θα ημπορούσε να κληρονομήση την αιωνίαν ζωή, και αυτό οφείλουμε να το εκτιμήσωμε. Εκείνο όμως που κακοχαρακτηρίζει όλην του την προαίρεση και φανερώνει ότι δεν αποβλέπει στο όντως καλόν, αλλά τoν απασχολεί το τι αρέσει στους πολλούς, είναι το εξής: αφού εδιδάχθη από τoν αληθινόν διδάσκαλο σωτήρια μαθήματα, δεν τα εχάραξε στην καρδία του ούτε εφήρμοσε τα μαθήματα αυτά στην πράξιν, αλλά απήλθε λυπημένος, επειδή είχε τυφλωθή από το πάθος της φιλοπλουτίας. Αυτό είναι που ελέγχει την ανωμαλίαν της συμπεριφοράς του και την ασυμφωνία προς τον εαυτόν του. Τον αποκαλείς διδάσκαλον και δεν ενεργείς ως μαθητής; Τον ομολογείς αγαθόν και περιφρονείς αυτά που δίδει; Και όμως είναι φανερόν ότι ο αγαθός αγαθά παρέχει. Και ερωτάς μεν περί της αιωνίου ζωής, αποδεικνύεσαι όμως ότι είσαι ολοκληρωτικώς δεμένος στην απόλαυση της παρούσης ζωής. Ποίος είναι ο δύσκολος ή ο βαρύς ή ο δυσβάστακτος λόγος που σου απηύθυνεν ο διδάσκαλος; «Πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς». Εάν σου επρότεινε κόπους γεωργικούς ή τους κινδύνους του εμπορίου, ή όσα άλλα επίπονα ακολουθούν αυτούς που κερδοσκοπούν, τότε έπρεπε να λυπηθής δυσφορώντας για την προσταγήν. Εάν ομως υπόσχεται να σε καταστήση κληρονόμον της αιωνίου ζωής με έναν τόσον εύκολον δρόμον, ο οποίος κανένα κόπον ή ιδρώτα δεν έχει, δεν χαίρεσαι για την ευκολία της σωτηρίας, αλλά φεύγεις με οδύνη στην ψυχή και πενθείς, και καθιστάς άχρηστα για τον εαυτόν σου όλα εκείνα για τα οποία έχεις κοπιάσει μέχρι τώρα. Διότι εάν δεν εφόνευσες, όπως λέγεις εσύ, ούτε εμοίχευσες ούτε έκλεψες ούτε εψευδομαρτύρησες εναντίον κάποιον, καθιστάς ανώφελον για τον εαυτόν σου τον αγώνα που έκαμες γι’ αυτά, εάν δεν προσθέσης αυτό που υπολείπεται, με το οποίον και μόνο θα ημπορέσης να εισέλθης στην Βασιλείαν του Θεού. Και αν μεν ο ιατρός σου έδιδεν υπόσχεσιν ότι θα διορθώση αναπηρίες των μελών σου τις οποίες έχεις εκ φύσεως ή από κάποιαν ασθένεια, δεν θα χαιρόσουν ακούγοντάς το; Τώρα δε που ο μέγας ιατρός των ψυχών θέλει να σε καμει τέλειον ως προς τα βασικώτατα που υστερείς, δεν δέχεσαι την χάριν, αλλά πενθείς και σκυθρωπιάζεις. Είναι φανερό λοιπόν ότι ευρίσκεσαι μακριά από εκείνην την εντολήν και ψευδώς διεκήρυξες ότι έχεις κατορθώσει να αγαπήσης τον πλησίον σου ωσάν τον εαυτόν σου. Ιδού ότι αυτό που σε προσέταξεν ο Κύριος σε αποδεικνύει ότι απέχεις πάρα πολύ από την αληθινήν αγάπη.


Πράγματι, αν αυτό που διεβεβαίωσες ήταν αληθινόν, ότι εφύλαξες από τη νεότητά σου την εντολήν της αγάπης και απέδιδες στον καθένα τόσα όσα και στον εαυτόν σου, τότε από πού έχεις συγκεντρώσει αυτήν την χρηματικήν περιουσία; Διότι η ικανοποίησις των αναγκών των πτωχών καταναλώνει τον πλούτον, όταν δηλαδή κάποιος δέχεται ολίγα για την ικανοποίησιν των αναγκών του, όλοι δε μαζί μοιράζονται όσα υπάρχουν και εξοδεύονται γι’ αυτούς. Ώστε εκείνος που αγαπά τον πλησίον ωσάν τον εαυτόν του δεν κατέχει τίποτε περισσότερον από τον πλησίον. Αλλά όμως φαίνεσαι να έχης κτήματα πολλά. Από πού αυτά; Είναι φανερόν. Έχεις προτιμήσει την ιδικήν σου απόλαυσιν από την ανακούφιση των πολλών. Όσο λοιπόν υπερέχεις κατά τον πλούτον, τόσον υστερείς στην αγάπην. Επειδή αν είχες αγαπήσει τον πλησίον, θα είχες σκεφθή προ πολλού να απαλλαγής από τα χρήματα. Τώρα όμως τα χρήματα έχουν προσκολληθεί επάνω σου περισσότερον από τα μέλη του σώματός σου, και σε λυπεί ο αποχωρισμός τους σαν να επρόκειτο για ακρωτηριασμόν των χρησιμωτέρων μελών σου. Διότι εάν είχες ενδύσει γυμνόν, εάν είχες δώσει τον άρτο σου στον πεινασμένον, εάν η θύρα σου ήταν ανοικτή σε κάθε ξένον, εάν είχες γίνει πατέρας ορφανών, εάν συνέπασχες με τον αδύνατον, για ποία χρήματα θα ελυπόσουν τώρα; Και πώς θα εδυσκολευόσουν να διαθέσης τα υπόλοιπα, αν είχες προ πολλού σκεφθεί να τα διανείμης στους ενδεείς; Έπειτα, σε μίαν πανήγυρη κανείς δεν λυπείται να διαθέση αυτά που έχει για να αποκτηση αντ’ αυτών ό,τι χρειάζεται. Αλλά με όσον μικροτέραν τιμήν αγοράζει τα πολύτιμα πράγματα τόσον περισσότερο χαίρεται για την λαμπρά συναλλαγήν του. Ενώ εσύ λυπείσαι που δίδεις χρυσόν και άργυρον και κτήματα, που προσφέρεις δηλαδή απλώς λίθους και χώμα, για να αποκτήσης την αιώνιον ζωήν.


Αλλά τι θα σου χρησιμεύση ο πλούτος; Θα περιβληθής με πολύτιμον ένδυμα; Ωστόσον είναι βέβαιον ότι δύο πηχών χιτωνίσκος σου φθάνει και ένα εξωτερικόν ιμάτιο θα καλύψη την ανάγκην όλων των ενδνμάτων. Μήπως θα εξοδεύσης τον πλούτο για την διατροφή σου; Ένας άρτος είναι ικανός να γεμίση την κοιλία σου. Τι λυπείσαι λοιπόν; Σαν τι να στερήσαι; Μήπως την δόξα που προξενεί ο πλούτος; Εάν όμως δεν αναζητήσης την δόξα στα επίγεια θα εύρης την αληθινήν εκείνην και ολόλαμπρον η οποία σε αναμένει στην Βασιλείαν των Ουρανών. Και το να έχης όμως απλώς τον πλούτον είναι αγαπητόν, έστω και αν δεν προέλθη από αυτόν κανένα όφελος. Αλλά και το ότι είναι ανόητος η μέριμνα για τα άχρηστα πράγματα, σε όλους είναι γνωστόν. Ίσως σου φανή παράδοξον αυτό που θα ειπώ, πλήν όμως είναι το αληθέστερον από όλα. Όταν ο πλούτος σκορπίζεται κατά τον τρόπον που παραγγέλλει ο Κύριος, έχει την ιδιότητα να παραμένη, ενώ όταν φυλάσσεται, να μας εγκαταλείπη. Εάν τον φυλάσσης, δεν θα τον έχης, εάν τον σκορπίσης, δεν θα τον χάσης. Αλλά ο πλούτος είναι περιζήτητος από τους περισσοτέρους όχι για τα ενδύματα ούτε για τις τροφές. Έχει επινοηθή από τον διάβολο κάποιο τέχνασμα το οποίον υποβάλλει στους πλουσίους αναρίθμητες αφορμές για δαπάνες, ώστε να κυνηγούν τα περιττά και άχρηστα ως αναγκαία, και ποτέ να μην αισθάνονται κορεσμόν από του να επινοούν αφορμές για έξοδα. Επειδή όταν μεν διαμοιράζουν τον πλούτο, λαμβάνουν υπ’ όψιν και την παρούσαν ανάγκην και την μελλοντικήν. Και αποθηκεύουν το ένα μέρος για τους εαυτούς των, το δε άλλο για τα παιδιά τους. Έπειτα ευρίσκουν διάφορες αφορμές για να δαπανήσουν τον πλούτον αυτόν.


Όταν όμως ο πλούτος, που διασπάται σε τόσα κομμάτια, ακόμη περισσεύει, παραχώνεται στη γη και φυλάσσεται σε απόρρητα μέρη. «Διότι το μέλλον είναι άγνωστον, μήπως μας εύρουν κάποιες απρόβλεπτες ανάγκες». Είναι βεβαίως άγνωστον, εαν εννοής την χρησιμότητα του χρυσού που έχεις κρύψει, είναι όμως φανερά η ζημία από την απανθρωπία της ενεργείας αυτής. Διότι αφού δεν ημπόρεσες να εξοδεύσης με τις αναρίθμητες επινοήσεις τον πλούτο, τότε τον απέκρυψες στη γη. Τι φοβερά μανία! Όσον ο χρυσός ήταν ακόμη μετάλλευμα εξερευνούσες την γη, και όταν εφανερώθη τον εξαφανίζεις πάλι στην γη. Έπειτα, έχω την γνώμην ότι σου συμβαίνει μαζί με τον πλούτο να παραχώνης και την καρδία σου. «Όπου γαρ ο θησαυρός σου», λέγει, «εκεί και η καρδία» (Ματθ. στ' 21). Γι’ αυτό λυπούν οι εντολές, διότι τους γίνεται ο βίος αβίωτος όταν δεν ασχολούνται με τις ανωφελείς δαπάνες. Και μου φαίνεται ότι το πάθος του νεανίσκου και των ομοίων του είναι παρόμοιον ωσάν κάποιου οδοιπόρου, ο οποίος από την επιθυμία του να φθάση σε κάποιαν πόλη διήνυσε προθύμως τον δρόμο μέχρις εκεί, έπειτα όμως κατέλυσε σε κάποιο από τα ξενοδοχεία που είναι έξω από τα τείχη. Από την οκνηρία του δηλαδή να βαδίση λίγο ακόμη αχρήστευσε και τον προηγούμενον κόπο και απέκλεισε τον εαυτόν του από το να απολαύση τα αξιοθέατα της πόλεως. Τέτοιοι είναι όσοι δέχονται μεν να πράξουν τα άλλα, αρνούνται όμως να απαλλαγούν από τα υπάρχοντά τους. Γνωρίζω πολλούς οι οποίοι νηστεύουν, προσεύχονται, στενάζουν, δεικνύουν όλην την ανέξοδον ευλάβεια, δεν εξοδεύουν όμως ούτε μία δραχμή για τους θλιβομένους. Ποίον είναι το όφελός τους από την λοιπήν αρετήν; Η Βασιλεία των Ουρανών δεν τους δέχεται, διότι λέγει, «ευκοπώτερον εστί κάμηλον δια τρυμαλιάς (τρυπήματος) ραφίδος εισελθείν, ή πλούσιον εις την βασιλείαν των ουρανών εισελθείν» (Μάρκ. ι' 25 - Λουκ. ιη' 25). Αλλά αν και η απόφασις είναι τόσο φανερά και αυτός που την είπε αψευδής, εκείνοι που πείθονται σ’ αυτήν είναι σπάνιοι.


─Και πως θα ζήσωμε όταν παραιτηθούμε από όλα; Λέγει. Και ποία θα είναι η μορφή του κόσμου όταν όλοι παραχωρούν και όλα εγκαταλείπονται;


Μη μου ζητείς να σου δικαιολογήσω τα προστάγματα του Δεσπότου. Αυτός που το ενομοθέτησε γνωρίζει, και θα προσαρμόση το αδύνατον στον νόμο. Η καρδία σου όμως με τον τρόπον αυτό σαν σε ζυγαριά δοκιμάζεται προς τα πού κλίνει. Προς την αληθινήν ζωην ή προς την πρόσκαιρον απόλαυσιν. Διότι αυτοί που σκέπτονται συνετώς, αρμόζει να θεωρούν ότι χρησιμοποιούν τον πλούτον για να τον οικονομούν κατά Θεόν και όχι για να τον απολαμβάνουν. Και όταν τον αποχωρίζονται, να χαίρωνται σαν να απαλλάσσωνται από τα ξένα, και όχι να δυσανασχετούν σαν να εγκαταλείπουν τα ιδικά τους. Γιατί λοιπόν λυπείσαι; Γιατί κυριεύεται από πένθος η ψυχή σου όταν ακούης το πώλησόν σου τα υπάρχοντα; Διότι εάν σε συνώδευαν στο μέλλον, ούτε στην περίπτωσιν αυτή θα άξιζε να τα επιζητής με τόσον πόθον, αφού επισκιάζωνται από τα εκεί πολύτιμα αγαθά. Εάν όμως κατ’ ανάγκην παραμένουν εδώ, γιατί να μην αποκομίσωμε κέρδος από αυτό με το να τα πωλήσωμε; Αλλά συ όταν δης χρυσόν και αποκτάς ίππο, δεν λυπείσαι, όταν όμως διαθέτης πράγματα φθαρτά και αντ’ αυτών λαμβάνεις βασιλείαν ουρανών, δακρύζεις και αρνείσαι αυτόν που σου τα ζητεί και δεν συγκατατίθεσαι να δώσης, επινοώντας χίλιες δύο προφάσεις για να τα καταναλώσης. Τι θα αποκριθής στoν κριτήν, εσύ που καλλωπίζεις με καλύμματα τους τοίχους και άνθρωπο δεν ενδύεις; Που στολίζεις τους ίππους και παραβλέπεις τον αδελφό σου που είναι γυμνός; Που αφήνεις το σιτάρι να σαπίση και δεν τρέφεις τους πεινασμένους; Που παραχώνεις τον χρυσό και περιφρονείς τον καταπιεζόμενον; Και εάν ζη μαζί σου γυναίκα και αγαπά τον πλούτο, η νόσος είναι διπλή. Διότι και στις διασκεδάσεις παρακινεί, και μαζί μ’ αυτές αυξάνει τις φιληδονίες και κεντρίζει τις περίεργες επιθυμίες, επινοώντας διάφορα είδη λίθων, μαργαριτάρια και σμαράγδια και υακίνθους και χρυσό, και άλλον τον επεξεργάζεται για κοσμήματα, άλλον τον υφαίνει και αυξάνει την ασθένεια με κάθε πολυτέλεια. Και δεν αποτελεί πάρεργον η ενασχόλησις με αυτά, αλλά νύκτα και ημέρα γι’ αυτά φροντίζει. Πάμπολλοι δε κόλακες που συντρέχουν στις επιθυμίες της, συγκεντρώνουν τους χρωματουργούς, τους χρυσοχόους, τους αρωματοποιούς, τους ράπτες, τους διακοσμητάς. Δεν αφήνει τον άνδρα να αναπνεύση από τις συνεχείς παραγγελίες της. Κανένας πλούτος δεν επαρκεί να εξυπηρετήση τις γυναικείες επιθυμίες, ούτε και αν ακόμη ρέη ως ποταμός. Πώς να επαρκέση, όταν αυτές θέλουν να προμηθεύωνται τα μύρα από την ανατολή σαν το λάδι από την αγοράν, αναζητούν δε θαλάσσια άνθη, πολύτιμα κογχύλια και μαργαριτάρια περισσότερα και από το μαλλί των προβάτων. Και ο χρυσός που περισφίγγει τα πολύτιμα πετράδια, άλλος μεν γίνεται στολίδι για το μέτωπον, άλλος περιδένει τον λαιμό τους, άλλος τοποθετείται στις ζώνες και άλλος μετατρέπεται σε δεσμά για τα χέρια και τα πόδια τους. Διότι χαίρονται οι γυναίκες να δένωνται με χειροπέδες, αρκεί μόνον να είναι, χρυσές. Πότε λοιπόν θα φροντίση για την ψυχή του αυτός που υπηρετεί γυναικείες επιθυμίες; Επειδή όπως οι καταιγίδες και οι τρικυμίες καταποντίζουν όσα πλοία είναι σαθρά, έτσι και οι πονηρές διαθέσεις των γυναικών, καταπνίγουν τις αδύνατες ψυχές των συζύγων. Όταν λοιπόν ο πλούτος καταναλώνεται σε τόσα πολλά πράγματα από τον άνδρα και την γυναίκα, οι οποίοι συναγωνίζονται μεταξύ τους στις επινοήσεις των ματαίων, είναι επόμενον να μη μένη καθόλου καιρός να ενδιαφερθούν για τους άλλους. Αλλά εάν μεν ακούσης «πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς», για να έχης εφόδια για την αιωνίαν απόλαυση, τότε απέρχεσαι λυπούμενος. Εάν όμως ακούσης: δώσε χρήματα στις γυναίκες που ζουν πολυτελώς, δώσε στους γλύπτες, στους οικοδόμους στους τεχνίτες των ψηφιδωτών, στους ζωγράφους, χαίρεσαι σαν να κατακτάς κάτι πολυτιμότερον από τα χρήματα. Δεν βλέπεις αυτούς τους τοίχους που με τον χρόνον έχουν καταρρεύσει; Τα λείψανά τους ωσαν κάποιοι σκόπελοι αναδύονται σε όλη την πόλη. Όταν ανεγείροντο αυτοί οι τοίχοι, πόσοι πτωχοί υπήρχαν στην πόλιν αυτήν, οι οποίοι παρεβλέποντο από τους τότε πλουσίους λόγω της φροντίδος τους γύρω από αυτά; Πού είναι λοιπόν η κατασκευή των λαμπρών αυτών έργων; Πού είναι αυτός που εκαυχάτο για την μεγαλοπρέπειά τους; Δεν διελύθησαν και εξηφανίσθησαν όπως αυτά που κατασκευάζουν τα παιδιά παίζοντας στην αμμουδιά, ενώ εκείνος ευρίσκεται στον άδη, μετανοιωμένος για την φροντίδα των ματαίων;


Αλλά αποκαλείς τον εαυτόν σου πτωχόν. Συμφωνώ και εγώ. Διότι πτωχός είναι αυτός που χρειάζεται πολλά. Και εσάς η αχόρταστος επιθυμία σας κάνει να έχετε πολλές ανάγκες. Στα δέκα τάλαντα προσπαθείς να προσθέσης και άλλα δέκα. Όταν γίνουν είκοσι, επιζητείς άλλα τόσα, και πάντοτε καθετί που προστίθεται δεν σταματά την ορμή σου. Αντιθέτως, σου ανοίγει την όρεξη. Διότι όπως ακριβώς στους μέθυσους η προσθήκη του οίνου γίνεται αφορμή για να συνεχίσουν να πίνουν, έτσι και οι νεόπλουτοι, αφού αποκτήσουν πολλά, επιθυμούν περισσότερα, τρέφοντας την ασθένειά τους με την συνεχή επαύξηση, και κατ’ αυτόν τον τρόπον η προσπάθειά τους φέρει το αντίθετον αποτέλεσμα. Επειδή δεν τους ευχαριστούν όσα έχουν, αν και είναι τόσα πολλά, όσον τους λυπούν τα ελλείποντα, όσα δηλαδή αυτοί υποθέτουν ότι τους λείπουν. Ώστε πάντοτε η ψυχή τους λειώνει από τoν αγώνα που κάνουν να αποκτήσουν υπερβολικά αγαθά. Και ενώ θα έπρεπε να ευφραίνωνται και να ευχαριστούν για το ότι είναι πλουσιώτεροι από τόσους άλλους, αυτοί δυσφορούν και θλίβονται επειδή υστερούν από έναν ή δύο πάμπλουτους. Όταν φθάσουν αυτόν τoν πλούσιον, αμέσως αγωνίζονται να εξισωθούν με τον πλουσιώτερον, και όταν φθάσουν εκείνον, μεταφέρουν την προσπάθειά τους προς τoν άλλον. Όπως εκείνοι που ανεβαίνουν τις σκάλες ανυψώνουν το βήμα τους συνεχώς πρoς υψηλότερο σκαλοπάτι και δεν σταματούν πριν φθάσουν στο άκρον της σκάλας, έτσι και αυτοί δεν παύουν την κατακτητικήν ορμήν τους μέχρι να μείνουν μετέωροι υψηλά, τόσο ώστε η πτώσις τους να είναι καταστροφική. Όσα βλέπει ο οφθαλμός, τόσα πολλά επιθυμεί ο πλεονέκτης. «Δεν θα χορτάση ο οφθαλμός από το να βλέπη» (Εκκλ. α' 8) και ο φιλάργυρος από το να παίρνη. Ο πλεονέκτης δεν είπε ποτέ αρκεί. Πότε θα χρησιμοποιήσης αυτά που έχεις τώρα; Πότε θα τα απολαύσης, αφού διακατέχεσαι πάντοτε από τους κόπους της αποκτήσεως;


Θα ήθελα να σε ελαφρώσω λίγο από τα έργα της αδικίας, ώστε να εύρης κάποιαν άνεση στους λογισμούς σου και να ιδής την κατάληξιν όλων αυτών των πραγμάτων. Έχεις τόσα και τόσα πλέθρα [Αρχαία μονάς μετρήσεως επιφανειών ίση με 8.740 τ.μ.] καλλιεργησίμου γης, άλλα τόσα φυτευμένα, βουνά, πεδιάδες, κοιλάδες, ποταμούς, λιβάδια. Τι θα γίνει λοιπόν με όλα αυτά; Δεν σε περιμένουν τρεις πήχεις όλοι κι όλοι; Δεν θα αρκέση το βάρος ολίγων λίθων να φυλάξη την δυστυχή σου σάρκα; Για ποίον λοιπόν κοπιάζεις; Για ποίον παρανομείς; Γιατί με τα χέρια σου συνάζεις ακαρπίαν; Είθε να ήταν ακαρπία και όχι προσάναμμα για το αιώνιον πυρ. Δεν θα απαλλαγής ποτέ από την μέθην αυτή; Δεν θα υγιάνουν οι λογισμοί σου; Δεν θα έλθης στον εαυτόν σου; Δεν θα φέρης προ των οφθαλμών σου το δικαστήριον του Χριστού; Τι θα απολογηθής όταν σε περικυκλώσουν οι αδικημένοι και θα σε κατηγορούν ενώπιον του δικαίου κριτού; Τι θα κάμης λοιπόν; Ποίους συνηγόρους θα πληρώσης; Ποίους μάρτυρες θα παρουσιάσης; Πώς θα μεταπείσης τον δικαστή που ποτέ δεν εξαπατάται; Δεν υπάρχει δικηγόρος εκεί, δεν υπάρχει η τέχνη των λόγων, η οποία ημπορεί να κλέψη την αλήθειαν από τον δικαστή. Δεν συνοδεύουν οι κόλακες, ούτε τα χρήματα, ούτε το ύψος του αξιώματος. Μόνος, χωρίς φίλους, χωρίς βοηθούς, χωρίς συνηγόρους, χωρίς απολογία, θα απομακρυνθής γεμάτος εντροπήν, σκυθρωπός, κατηφής, ολομόναχος, χωρίς κανένα θάρρος. Διότι όπου και αν περιφέρης το βλέμμα σου, θα αντικρύσης καθαρά τις εικόνες των κακών έργων. Από το ένα μέρος τα δάκρυα του ορφανού, από το άλλο τους αναστεναγμούς της χήρας, τους γρονθοκοπημένους από σε πτωχούς, τους υπηρέτες σου των οποίων εξέσκιζες τις σάρκες, τους γείτονες που εξώργιζες. Όλα θα ξεσηκωθούν εναντίον σου, ο πονηρός χορός των κακών σου πράξεων θα σε περιστοιχίση. Διότι οι αμαρτίες ακολουθούν τις ψυχές όπως η σκιά το σώμα, αποτυπώνοντας επάνω τους ολοκάθαρα τις πράξεις. Γι’ αυτό δεν χωρεί άρνησις εκεί, αλλά φράσσεται κάθε στόμα, όσον αδιάντροπο κι αν είναι. Επειδή καταθέτουν ως μάρτυρες τα ίδια τα πράγματα που σχετίζονται με τον καθένα, χωρίς να εκβάλουν φωνήν, αλλά φαίνονται όπως ακριβώς έχουν διαπραχθή από εμάς. Πώς θα ημπορέσω να σου παρουσιάσω τα φρικτά; Εάν βεβαίως ακούσης, εάν μετανοήσης, ενθυμήσου την ημέραν εκείνην κατά την οποίαν «αποκαλύπτεται οργή Θεού απ’ ουρανού» (Ρωμ. α' 18). Ενθυμήσου την ένδοξον παρουσία του Χριστού, όταν θα αναστηθούν «οι μεν τα αγαθά πράξαντες εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα εις ανάστασιν κρίσεως» (πρβλ. Ιω. ε' 29). Τότε αιώνιος εντροπή για τους αμαρτωλούς και φωτιά που μέλλει να καταφάγη όσους εναντιώθησαν στον Θεόν (Εβρ. ι' 27). Αυτά να σε λυπούν και όχι η εντολή.


Πώς να σου απαλύνω την ψυχή; Τι να ειπώ; Δεν επιθυμείς την βασιλεία; Δεν φοβείσαι την γέενναν; Από πού θα ευρεθή ίασις για την ψυχήν σου: Διότι εάν τα φρικτά δεν σε πτοούν, τα λαμπρά δεν σε προτρέπουν, τότε απευθύνομαι σε λιθίνην καρδία. Εξέτασε, άνθρωπε, την φύση του πλούτου. Γιατί τόσον πολύ υπολογίζεις τον χρυσό; Λίθος είναι ο χρυσός, λίθος ο άργυρος, λίθος ο μαργαρίτης, όλοι λιθοι, δηλαδή πέτρες: η χρυσόπετρα και το βηρύλλιον, και ο αχάτης και ο υάκινθος, και ο αμέθυστος, και ο ίασπις. Αυτά είναι τα άνθη του πλούτου, από τα οποία σύ άλλα τα αποθηκεύεις με το να τα παραχώνης, ενώ όσους λίθους είναι διαυγείς τους καλύπτεις στο σκότος. Άλλους δε, τους πλέον πολυτίμους, τους περιφέρεις καμαρώνοντας για την λάμψη τους. Ειπέ μου, τι ωφελείσαι όταν περιστρέφης το χέρι σου που λάμπει από τα πετράδια; Δεν κοκκινίζεις όταν κατέχεσαι από επιθυμία των λίθων ωσάν τις γυναίκες που εγκυμονούν; Διότι και εκείνες λίθους ορέγονται, και συ κατέχεσαι από λαιμαργία για τα άνθη των λίθων, αφού αναζητής σαρδόνυχες και ιάσπιδες και αμεθύστους. Ποιος στολιζόμενος κατώρθωσε να προσθέση στον βίο του μίαν ημέρα; Ποίον ελυπήθη ο θάνατος για τα πλούτη του; Ποίος εγλύτωσε από την αρρώστιαν χάριν των χρημάτων του; Έως πότε ο χρυσός θα είναι η αγχόνη των ψυχών, το άγκιστρο του θανάτου, το δόλωμα της αμαρτίας; Έως πότε ο πλούτος θα είναι η αιτία του πολέμου, για τον οποίον κατασκευάζονται όπλα και ακονίζονται ξίφη; Εξ αιτίας αυτού οι συγγενείς παραβλέπουν την φυσικήν συγγένειαν, αδελφοί υποβλέπονται με φονικήν διάθεσιν, ο ένας εναντίον του άλλου. Εξ αιτίας του πλούτου οι ερημίες φιλοξενούν τους φονείς, η θάλασσα τους πειρατάς, οι πόλεις τους συκοφάντες.


Ποίος είναι ο πατήρ του ψεύδους, ποιος ο δημιουργός της πλαστογραφίας; Ποίος εγέννησε την επιορκίαν; Όχι ο πλούτος; Όχι η μέριμνα για την απόκτησή του; Τι παθαίνετε, ω άνθρωποι; Ποιος έστρεψε τα ιδικά σας εναντίον σας; Τα χρήματα είναι μέσον για την ζωή. Μήπως έχουν δοθή ως εφόδια κακών; Είναι λύτρα της ψυχής. Μήπως είναι αφορμή καταστροφής;


Αλλά ο πλούτος είναι αναγκαίος για τα τέκνα. Αυτή είναι μία ευλογοφανής δικαιολογία της πλεονεξίας. Τα τέκνα επικαλείσθε, αλλά για τον εαυτόν σας φροντίζετε. Μην ενοχοποιής τον αναίτιον, έχει τον κύριόν του, τον οικονόμον του. Από άλλον έλαβε την ζωήν, από αυτόν περιμένει τα απαραίτητα για την ζωή. Μήπως για τους εγγάμους δεν έχουν γραφή τα Ευαγγέλια; «Ει θέλεις τέλειος είναι, πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς». Όταν εζητούσες από τον Κύριον την καλλιτεκνίαν (ενν. στο μυστήριον του γάμου), όταν ηξίωνες να γίνης πατέρας παιδιών, μήπως είχες προσθέσει και τούτο: δώσε μου τέκνα για να παρακούσω τις εντολές σου; Δώσε μου τέκνα για να μη φθάσω στην Βασιλείαν των Ουρανών; Και εκτός αυτού, ποίος θα σου εγγυηθή για την προαίρεση του παιδιού, ότι θα χρησιμοποιήση σωστά αυτό που θα του δώσης; Διότι ο πλούτος για πολλούς έγινεν υπηρέτης της ακολασίας. Ή δεν ακούεις τον Εκκλησιαστήν που λέγει: «Είδον αρρωστίαν δεινήν, πλούτον φυλασσόμενον τω παρ’ αυτού (από τον κάτοχόν τον) είς κακίαν αυτώ (γιά το κακόν του)» (Εκκλ. ε' 12). Πρόσεξε λοιπόν μήπως, ενώ εσύναξες τον πλούτο με χιλίους κόπους, προετοιμάσεις για άλλους υλικόν αμαρτημάτων και έπειτα ευρεθείς διπλά τιμωρούμενος, για αυτά που ο ίδιος έχεις αδικήσει και γι’ αυτά με τα οποία εφωδίασες άλλους. Μήπως η ψυχή δεν σου είναι οικειοτέρα από κάθε τέκνο; Μήπως δεν συγγενεύει μαζί σου περισσότερον από όλα; Απόδοσε σ’ αυτήν πρώτην τα πρεσβεία της κληρονομιάς, δώσε της πλούσιες προϋποθέσεις για να ζήση, και τότε να μοιράσης την περιουσία στα παιδιά σου. Διότι τα τέκνα πολλές φορές, αν και δεν εκληρονόμησαν από τους γονείς, έκαμαν οίκους για τον εαυτόν τους, η ψυχή σου όμως, εάν εγκαταλειφθή από σε, από ποίον θα ελεηθή;


Προς τους πατέρας ελέχθησαν όσα ήσαν να λεχθούν. Οι άτεκνοι ποίαν ευλογοφανή δικαιολογίαν της φιλαργυρίας των επικαλούνται; Δεν πωλώ τα υπάρχοντά μου, ούτε τα δίδω στους πτωχούς, λόγω των αναγκών της ζωής. Λοιπόν δεν είναι ο Κύριος διδάσκαλός σου, ούτε το Ευαγγέλιον ρυθμίζει την ζωήν σου, αλλά συ ο ίδιος γίνεσαι νομοθέτης του εαυτού σου. Πρόσεξε όμως σε ποίον κίνδυνον εμπίπτεις όταν σκέπτεσαι κατ’ αυτόν τον τρόπον. Διότι εάν αυτά που ο Κύριος μας διέταξε ως αναγκαία, συ τα διαγράφεις ως ανεφάρμοστα, δεν κάνεις τίποτε άλλο από το να θεωρής τον εαυτόν σου φρονιμώτερον από τον νομοθέτη.


- Αλλά αφού τα απολαύσω αυτά σε όλην μου την ζωήν, λέγεις, μετά το τέλος της θα κάμω κληρονόμους της περιουσίας μου τους πτωχούς, αφού με γράμματα και διαθήκες τους αναθέσω την κυριότητα των υπαρχόντων μου.


Όταν δεν θα ευρίσκεσαι πλέον μεταξύ των ανθρώπων, τότε θα γίνης φιλάνθρωπος. Όταν σε αντικρύσω νεκρόν, τότε θα σε ονομάσω φιλάνθρωπον. Σου οφείλεται μεγάλη ευχαριστία για την φιλοτιμίαν σου, διότι ενώ κείσαι στο μνήμα και έχεις μεταβληθή με την διάλυση σε χώμα, έγινες γενναιόδωρος και μεγαλόψυχος στις δαπάνες. Ειπέ μου, όμως, ποιού καιρού τους μισθούς θα απαιτήσης; Για τον χρόνον της ζωής σου ή για μετά τον θάνατον; Αλλά τον καιρό που ευρισκόσουν στην ζωήν, τότε είχες δοθεί στα πάθη και στις ηδονές και κολυμβούσες μέσα στις απολαύσεις, και ούτε να αντικρύσης καταδεχόσουν τους πτωχούς, τώρα δε που απέθανες, ποίες είναι οι πράξεις σου; Ποίος μισθός εργασίας σου οφείλεται; Δείξε τα έργα και ζήτα τις ανταποδόσεις. Κανένας μετά την λήξη της πανηγύρεως δεν εμπορεύεται, ούτε προσερχόμενος μετά τους αγώνες στεφανώνεται, ούτε ανδραγαθεί μετά τον πόλεμο. Είναι λοιπόν φανερόν, πως ούτε μετά την ζωήν είναι δυνατόν να ευσεβή κανείς. Συ με την μελάνην και τα γράμματα δίδεις υποσχέσεις για ευεργεσίες. Ποίος λοιπόν θα σου αναγγείλη τον καιρό της εξόδου; Ποίος θα σου εγγυηθή τον τρόπον του θανάτου; Πόσοι έχουν αρπαγή αιφνιδίως, χωρίς να τους επιτρέψη το πάθημά τους ούτε φωνήν να αφήσουν; Πόσοι δεν παρεφρόνησαν από τον πυρετό; Γιατί λοιπόν αναμένεις ευκαιρίαν, αφού πολλές φορές δεν είσαι κύριος ούτε των λογισμών σου; Νύκτα βαθεία και νόσος βαρεία και βοηθός πουθενά, και αυτός που παραμονεύει για την κληρονομίαν είναι έτοιμος. Κανονίζει τα πάντα προς το συμφέρον του και σου ματαιώνει τα σχέδια. Εκείνη την ώρα, αφού στρέψης εδώ κι εκεί το βλέμμα σου και ιδής να σε έχη περικυκλώσει η ερημία, τότε θα αισθανθής την απερισκεψία σου, τότε θα αναστενάξης για την παραφροσύνη σου, για ποίον καιρόν εφύλασσες την εντολήν. Για όταν η γλώσσα παραλύη, το δε χέρι ήδη τρέμει και αρχίζουν οι απότομες συσπάσεις, ώστε ούτε με την φωνήν ούτε με τα γράμματα να ημπορής να εκφράσης την γνώμη σου. Ακόμη και στην περίπτωση που όλα θα είχαν γραφή με σαφήνεια και κάθε λέξις θα είχε διακηρυχθή απεριφράστως, θα ήταν αρκετόν ένα γράμμα να αλλοιώση εντελώς την απόφαση. Μία σφραγίδα εάν παραποιηθή, δύο ή τρείς ψευδομάρτυρες αν παρουσιασθούν, όλη η κληρονομία θα ημπορούσε να μεταφερθή σε άλλους.


Γιατί λοιπόν εξαπατάς τον εαυτόν σου διαθέτοντας τώρα κακώς τον πλούτον σου στις σαρκικές απολαύσεις, και δίδεις υποσχέσεις για το μέλλον περί πραγμάτων των οποίων δεν θα είσαι πλέον κύριος; Όπως το απέδειξεν ο λόγος, η σκέψις αυτή είναι πονηρά: όσον ζώ, θα απολαύσω τις ηδονές, όταν δε αποθάνω, θα πράξω ό,τι έχω διαταχθή. Θα ειπή τότε και σε σένα ο Αβραάμ: «απέλαβες τα αγαθά σου εν τη ζωή σου» (Λουκ. ιστ' 25). Δεν σε χωρά η στενή και τεθλιμμένη οδός (Προβλ. Ματθ. ζ' 14), εάν δεν αποβάλης τον όγκον του πλούτου. Εξήλθες από την ζωή βαστάζοντάς τον μαζί σου, δεν τον απέρριψες προηγουμένως, όπως είχες προσταχθή. Όταν ήσουν στην ζωήν, προτιμούσες από την εντολή τoν εαυτό σου. Μετά τον θάνατον και τη διάλυση, τότε προετίμησες την εντολήν από τους εχθρούς σου. Για να μη τα πάρη δηλαδή ο τάδε, λέγει, ας τα πάρη ο Κύριος. Και πώς να το ονομάσωμεν αυτό; Άμυναν προς τους εχθρούς ή αγάπην προς τον πλησίον; Ανάγνωσε τις διαθήκες σου: «Θα ήθελα να ζω ακόμη και να απολαμβάνω τα ιδικά μου». Άρα η χάρις ανήκει στον θάνατον, όχι σε σένα. Διότι εάν ήσουν αθάνατος, δεν θα ενθυμόσουν τις εντολές. Μην πλανάσθε. Ο Θεος ου μυκτηρίζεται (δεν εμπαίζεται) (Γαλ. στ' 7). Το νεκρό δεν προσφέρεται στο θυσιαστήριον. Την θυσία να την προσφέρης ζωντανήν. Αυτός που προσφέρει από το περίσσευμα δεν γίνεται δεκτός. Και συ προσφέρεις στον ευεργέτην αυτά που σου επερίσσευσαν μετά από ολόκληρον την ζωή σου. Εάν δεν τολμάς από τα περισσεύματα της τραπέζης να δεξιωθής τους επισήμους, πώς λοιπόν τολμάς να εξιλεώνης τον Θεόν από τα περισσεύματα; Κοιτάξτε οι πλούσιοι το τέλος της φιλοχρηματίας και παύσετε να είσθε παθιασμένοι με τα χρήματα. Όσο φιλόπλουτος είσαι, τόσο περισσοτέραν προσπάθεια καταβάλλεις να μην αφήσης τίποτε από τα υπάρχοντά σου. Κάμε τα όλα ιδικά σου, αξιοποίησέ τα όλα για τoν εαυτόν σου, μην εγκαταλείψης σε άλλους τον πλούτον. Ίσως ουτε θα σε στολίσουν οι υπηρέτες με τον τελευταίον στολισμόν, αλλά θα εξαγνίσουν την ταφή προσπαθώντας με αυτά που απέμειναν να αποκτήσουν την εύνοια των κληρονόμων. Ίσως μάλιστα και να φιλοσοφήσουν τότε εναντίον σου. Είναι άγνοια της καλαισθησίας, θα είπουν, το να στολίζης νεκρόν και να κάμης με πολυτέλεια την εκφοράν αυτού που δεν αισθάνεται πλέον. Τι λοιπόν, δεν είναι καλλίτερον να στολίζης τους ζωντανούς με την λαμπρά και πολυτελή στολήν από το να κατασαπίζουνν μαζί με τον νεκρό τα πολύτιμα ενδύματα; Ποίον το όφελος από ένα επίσημο μνήμα, από πολυτελή ταφή και από δαπάνην χωρίς κέρδος; Αυτά πρέπει να χρησιμοποιηθούν από τους επιζώντες για τις ανάγκες της ζωής.


Όλα αυτά σου τα είπα για να σε απαλλάξω από το βάρος, αλλά και χάριν εκείνων που θα κληρονομήσουν τα ιδικά σου. Όσον λοιπόν είναι καιρός, ετοίμασε τα εντάφια εφόδια. Καλόν εντάφιον είναι η ευσέβεια. Χρησιμοποίησε ως ένδυμα όλα αυτά και έτσι να εξέλΘης από την ζωήν αυτήν. Κόσμημά σου κάμε τον πλούτο σου, πάρε τον μαζί σου. Να πεισθής στον καλό σου σύμβουλο, στον Χριστόν, που σε ηγάπησε. Σ’ αυτόν που επτώχευσε προς χάριν μας, «ίνα ημείς τη εκείνου πτωχεία πλουτήσωμεν» (Β' Κορ. η' 9). Να τον πιστεύσωμεν ως σοφόν που γνωρίζει καλά το συμφέρον μας, ή να τον υπομείνωμε εμπιστευόμενοι την αγάπην του, ή να τον ανταμείψωμεν ως ευεργέτην. Οπωσδήποτε όμως να κάμωμε τα όσα μας έχουν διαταχθή, για να γίνωμε κληρονόμοι της αιωνίου ζωής «της εν αυτώ τω Χριστώ, ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».
(Πηγή ηλ. κειμένου: "Ορθόδοξη Πορεία")
(4ος αιών, ΕΠΕ, Μεγ. Βασιλείου, τόμ. 6, σελ. 284 - από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 243-255. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)


ΠΗΓΗ:http://www.alopsis.gr/index.php

























 






 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου